Translate

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

Στο Σαν Τροπέ!

Στο Σαν Τροπέ!



Δεν ξεύρω για σένα, αλλά εμένα σετ περιόντ, μου προκαλεί ένα μελανκολί. Παρά τις αμέτρητες ινβιτασιόν που δέχομαι για εμφανίσεις κοσμικάς και για χειμερινές πρεμιέρ σε τεάτρ και οπερά, ισί α Παρί, καθόλου όρεξη δεν έχω και σου το δηλώνω ευθαρσώς: είμαι στις κλειστές μου.



Για την ακρίβεια, ήμουν στις κλειστές μου! Παρσκέ εκεί που καθόμουν εψές στο ανατολικό σαλόν με τη ρομπ ντε σαμπρ μασουλώντας μία κρεμ μπρουλέ και παρακολουθώντας ο-τελέ, ένα ντοκιμαντέρ για την αναπαραγωγή της πέρδικας, είπα "σα σουφί"! Και απεφάσισα ότι πρέπει ν'αλλάξω τον αέρα μου. Έβαλα μερικά πανταλόν και πεντέξι πουλοβέρ σε μια βαλίς, ανέβαλα και το ρεπό της Μαρί Κριστίν και ξεκινήσαμε για Κοτ ντ'Αζούρ. Ουί, στο Σαν Τροπέ! Ν'ανοίξουμε κι εκείνο το έρμο το μεζόν α-κοτ-ντε-λα-μερ που θα τόχει φάει η υγρασία.



Αρχικώς η Μαρί Κριστίν έδειχνε μάλλον δυσαρεστημένη με το ντεσιζιόν. Όχι γιατί δεν της αρέσει λα Μεντιτερανέ, αλλά γιατί έχει συνδυάσει το μέρος με πιο καλοκαιρινές βακάνς. Αλλά της εξήγησα ότι πάμε για ηρεμία και της εξέθεσα τα αβαντάζ: αυτή την εποχή, δεν έχει εκεί μήτε μποτιλιαρίσματα, μήτε μποκού ντε τουρίστ, μήτε υπάρχει φόβος να πέσουμε επάνω στην Τερέζ Οντέτ ντε λα Μπουκλέ πούχει αγοράσει μία βίλα -τρε κακού γούστου- ακριβώς απέναντι από τη δικιά μας.



Μα ξεύρεις τί σκοτοδίν μού είχε έρθει όταν είχα βγει εκείνο το πρωινό στο μπαλκόν και είδα στην αντικρινή ταράς, την Τερέζ Οντέτ να αλείφει καταχαρούμενη τη μαρμελάντ στη μπαγκέτ και να με χαιρετάει; Σοκ σικολοζίκ!



Σαν φθάσαμε στο Σαν Τροπέ και πριν πάμε στο μεζόν, άφησα το βουατούρ κεντρικώς και πήρα τη Μαρί Κριστίν για μία προμενάντ. Να κόψουμε λίγο κίνηση, να μετρήσουμε τα κότερα, να κάμουμε και τίποτις ψώνια.



Ευτυχώς, ο κόσμος ήταν πράγματι λίγος. Η Μαρί Κριστίν παρατήρησε ότι δεν είχε ξαναδεί τους δρόμους του οικισμού χωρίς κοσμοπλημμύρα και ότι σε αυτή του τη βερσιόν, το μέρος σχεδόν της άρεσε περισσότερο.



Επιτέλους μπορούσαμε να μπούμε στο Ερμέζ, στο Λουί Βουιτόν και στου Μπέρμπερι, χωρίς να χρειαστεί να περιμένουμε τον κάθε τυχάρπαστο τουρίστ να απασχολεί τους υπαλλήλους.



Μήτε φωνές, μήτε συνωστίζμ, μήτε πτιτ ανφάν να τρέχουνε στους δρόμους αλλαλάζοντας σαν τη Λεζιόν Ετρανζέρ σε επίθεση αν Αφρίκ!



Άμα τα λέω εγώ ότι θα πρέπει να συνεννοηθούμε όλοι οι Τροπεζιέν και να απαγορεύσουμε το τουρίζμ από την ευρύτερη περιοχή, με λένε σνομπ και εστέτ. Μόνο η Μπριζίτ, με υποστηρίζει κι αυτό επειδή ξεύρει τα φιλοζωικά μου σαντιμάντ.



Ουί, το Σαν Τροπέ διαθέτει υπέροχα μαγκαζάν. Μπουτίκ ελεγκάν, σουπερμαρσέ με ωραιότατα γκουρμέ προϊόντα, ρεστοράν φορμινταμπλ και μποκού ντε γκαλερί. Διότι μπορεί ας πούμε εκεί που περπατάς να σούρθει μία εικαστική λιγούρα και να θες να ψωνίσεις ένα πορτραίτ. Εννοείται πως ομιλούμε περί υψηλής πχιότητος και πως παίζουμε σε νούμερα αστρονομίκ.



Οι τιμές των μεζόν είναι επίσης υψηλές και ευτυχώς για να μην μπαίνουν ιδέες σε τίποτις μεσοαστίκ νεοπλουτέ και γεμίσει το μέρος, φούμαρα.



Το εξκλουσιβιτέ πληρώνεται ακριβά, όπως συχνά λέω στη Μαρί Κριστίν για να μαθαίνει.



Τα βράδια πολλοί δρόμοι κλείνουν και για να εισέλθεις πρέπει να έχεις καρτ-ντ-ιντεντιτέ και να'σαι κάτοικος περμανάντ. Διότι παλαιότερα, ήταν πολύ συνηθισμένο να βολτάρουν διάφοροι περίεργοι και να πασχίζουμε όλοι να αποφύγουμε τους παπαράτσι που μας την είχανε στημένη έξω από τα ζαρντάν και δίπλα στα βουατούρ μας. Τουτ-α-φε ιναντμισίμπλ!



Τώρα πούχουμε σεκιουριτέ παντού και καμερά να παρακολουθεί το ο,τιδήποτε, εγώ περσοναλμάν, αισθάνομαι μία σιγουριά και μία ασφάλεια.



Διασχίσαμε τους ήσυχους δρόμους, χαιρετιστήκαμε και με καναδυό γνωστούς -τύπου μπονζούρ και α-τουτ-αλέρ- και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε προς τη θάλασσα.



Α ουί, λα μερ! Που τη βλέπεις κι ανοίγει η καρδιά σου! Αυτή η υπέροχη προμενάντ κατά μήκος του μικρού λιμανιού, εμένα μου φτιάχνει τουζούρ τη διάθεση. Προμπλέμ, πεσιμίζμ, κρίζ εκονομίκ, θαρρείς πως τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί να σε βρει εδώ στο Σαν Τροπέ.



Σαν βλέπεις τα μπατό ν'αστράφτουν κάτω από τον σολέιγ ντε λα Μεντιτερανέ, όλα μοιάζουν πιο χαμογελαστά και αισιόδοξα.



Κατόπιν επιμονής της Μαρί Κριστίν, ανεβήκαμε στην πέτρινη προβλήτα και ατενίσαμε τους ορίζοντες. Σκύβοντας, πήρε το μάτι μου την Ελέν Κλοντέτ Βεραμάν με τον άντρα της να λιάζονται σε κάτι παγκάκια μη-χειρότερα. Μα έλεος με την τσιγκουνιά και την επιμονή της να μην βάζει σολάριουμ στο σπίτι!



Εν συνεχεία περάσαμε στην πίσω πλευρά του λιμανιού, στον γραφικό κόλπο με τα βράχια όπου η Μαρί Κριστίν είχε κάποτες γλιστρήσει και είχε βρεθεί φας-εν-φας με την κουτσομούρα -ουχί το γνωστό ψάρι, αλλά την Τερέζ Οντέτ ντε λα Μπουκλέ που συχνάζει εδώ και κάμει τα μπάνια της.



Σιωπήσαμε και οι δύο και απολαύσαμε για κάποια λεπτά, τον παφλασμό των κυμάτων και το τραγούδι των γλάρων. Ε λοιπόν, τ'αγαπώ αυτό το μέρος. Μοιάζει να ξεπήδησε από στίχους του Απολινέρ. Ή από τις σεκάνς παλιών ταινιών. Τότες που τα κορίτσια φορούσαν πολύχρωμα φουστάνια κι έδεναν μαντήλια στα μαλλιά τους. Τότες που τ'αγόρια φορούσαν ανοιχτά πουκάμισα και τραγουδούσαν σανσόν ρομαντίκ με τις κιθάρες τους. Τότες που η ζωή είχε διαστάσεις σινεμασκόπ. Και που έφτανε ένα Ντούλιου Ντούλιου Ντούλιου Σαν Τροπέ, για να σε ξεσηκώσει.



Πάνε εκείνες οι εποχές. Οζορντουί, όλοι κοιτάζονται στα τελεφόν μομπίλ τους και σου δίνουν την αίσθηση ότι αδυνατούν να ιδούν και να εκτιμήσουν το μποτέ φιζίκ ε νατουράλ. Ουχί μόνο στα μέρη ή στις τοποθεσίες, αλλά (κυρίως) σε εκείνον ή εκείνην που κάθεται πλάι τους. Ακόμα και εδώ, στο Σαν Τροπέ.



Αλλά ήρθαμε εδώ για να αποφύγουμε το μελανκολί, όχι για να πέσουμε σε χειρότερο! Πήραμε το δρόμο της επιστροφής προς το βουατούρ και το μεζόν.



Η Μαρί Κριστίν με παρακάλεσε να κάμουμε και μία στάση στην εκκλησία της Νοτρ Νταμ ντε λ'Ασονσιόν ν'ανάψει ένα κεράκι.



Εκεί συναντήσαμε και τον παντρ Ζοζέφ, ο οποίος μας εκάλεσε στη λειτουργία της Κυριακής. Είχε ετοιμάσει λέει και μία ωραιότατη κατήχηση-αφιέρωμα στον Οσιομάρτυρα Τόρπεζ της Πίζας, μεγάλη-η-χάρη-του.



Που τον αποκεφάλισαν για την πίστη του, τον πρώτο αιώνα μ.Χ. και άφησαν μεσοπέλαγα το νεκρό του σώμα πάνω σε μία σχεδία, μαζί με έναν κόκορα και ένα σκύλο για να τον κατασπαράξουν. Τρε μιζεράμπλ ιστουάρ!



Η σχεδία ταξίδεψε στη Μεσόγειο και έφτασε στο λιμανάκι που περπατάγαμε πριν λίγο. Με το σώμα του Οσιομάρτυρος άθικτο. Κι έτσι ονομάσαμε εις μνήμην του το μέρος, Σαν Τροπέ!



Τώρα βέβαια μεταξύ μας, καλός χρυσός ο παντρ Ζοζέφ, αλλά αυτές οι κατηχήσεις με διαμελισμένους Οσίους, εμένα μου φαίνονται τρε σκιαχτικές.



Τελευταία στάση στη μαρσέ ντε λα ρου. Να ψωνίσουμε κανένα φρουτ, τίποτις βεζετάμπλ. Γιατί θάναι το ψυγείο άδειο και δεν καταδέχομαι να ξαναστείλω τη Μαρί Κριστίν να δανείζεται αυγά και ονιόν από της Μπριζίτ, διότι φιλοζωίκ-ξεφιλοζωίκ, θα με διαολοστείλει καμιάν ώρα η γυναίκα και θάχει και τα δίκια της.



Στο μαρσέ, διασταυρώθηκα με γνώριμες φυσιογνωμίες που τάχα-μου τόπαιζαν ινγκόγκνιτο με γυαλιά και καπέλα και καμπαρντίν τρε πασέ, αλλά επειδή δεν είχα ουδεμία όρεξη για κουβέντες, έκαμα ότι κοιτούσα τα ζαρζαβάτ.



Διότι είναι επί παραδείγματι, να μην σε πιάσει στην πάρλα η Ιζαμπέλ Ντεζαμπλούτ, θα μάθεις θες-δεν θες τα προσωπικά της μισής Κοτ-ντ'Αζούρ. Κι αυτό γιατί με την άλλη μισή, δεν μιλιέται.



Επιτέλους, κατά το μεσημεράκι, φθάσαμε στο σπίτι. Η Μαρί Κριστίν άρχισε να τοποθετεί τα ψώνια και έβαλε να περάσει μία λάτρα τα σαλόν, ενώ εγώ απεφάσισα να πάρω τη Λε Μοντ και να καθίσω στο μπαλκόν να ηρεμήσω.



Ετοιμάζω κι ένα απεριτίφ, ανοίγω το φενέτρ με ύφος εκστατίκ και βγαίνω κρατώντας το ζουρνάλ.



Και τι να δω; Στο απέναντι ταράς, η Τερέζ Οντέτ ντε λα Μπουκλέ, με μαλλί περμανάντ και γούνα τσιντσιλά να κάμει πάρτι με τας αντιπαθητικάς φίλενάδας της και να χορεύει Πεπίνο ντι Κάπρι. Ε ζαμέ, Μαρί Κριστίν! Ε ζαμέ!

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Πρετ-α-πορτραίτ


Έλα και σε περιμένω τόσην ώρα! Και καλά, εμένα που με έστησες, δεν σου καίγεται καρφί. Αλλά τον Άλφρεντ, τον Έλβις και τη Μέριλιν; Βέρι ανάγωγο εκ μέρους σου και δεν ξεύρω πώς θα σε δικαιολογήσω. Διότι έχουμε πολύ σημαντικές συναντήσεις. Με το αφάν γκατέ της πολιτικής, της τέχνης, της επιστήμης και του αθλητισμού -που είναι τελοσπάντων και του επιπέδου μας.



Τόχεις καταλάβει νομίζω και από το γκραντιόζο του κτηρίου. Δάπεδα, κολώνες, αψίδες, οροφές, ντεκορασιόν -όχι που θα σε πήγαινα σε τίποτις μπασκλασαρίες! Πού βρισκόμαστε; Στο Ουάσινγκτον Ντι-Σι. Πέντε λεπτά από τον Λευκό Οίκο. Στην Εθνική Πινακοθήκη Πορτραίτων.



Η αλήθεια είναι ότι η ιδέα τού να σιάξουμε μία συλλογή πορτραίτων ανήκει στους Άγγλους, οι οποίοι εγκαινίασαν την καταπληκτική National Portrait Gallery του Λονδίνου το 1859 (εκεί θα βρεις πολύ συχνά το πτηνό να απολαμβάνει τους πίνακες και να φχαριστιέται υψηλή τέχνη). Εμείς στην Αμερική που ήμασταν τότες μερικούς αιώνες πίσω στα καλλιτεχνικά μας, μιμηθήκαμε το κόνσεπτ κάποιες δεκαετίες αργότερα. Πιο συγκεκριμένα, το 1886, ο Robert Winthrope, Πρόεδρος της Ματσατσούσετς Χιστόρικαλ Σοσάιετι επισκέφθηκε το Λονδίνο, μαγεύτηκε από τη συλλογή και ξεκίνησε ανάλογη προσπάθεια εδώ.



Η συγκέντρωση των πινάκων αποδείχθηκε δύσκολη και χρονοβόρα υπόθεση και το Μουσείο εγκαινιάστηκε εντέλει το 1968. Έκτοτε οι συλλογές του αυξάνουν με γεωμετρική πρόοδο χάρις σε συνεχείς προσφορές καλλιτεχνών, χορηγών και γενναιόδωρων πολιτών. Κι αν εσύ δεν παθιάζεσαι με τη ζωγραφική και γενικώς βαριέσαι τις πινακοθήκες (που είναι ν'απορούμε που σε κάμουμε παρέα!), νομίζω πως ετούτη δω θα τη φχαριστηθείς, καθώς διαθέτει πίνακες με γνωστές προσωπικότητες και σίγουρα θα βρεις κάτι να σε ενδιαφέρει και να κουτσομπολέψεις.


Εντάξει, παρότι είμαστε στο Ουάσινγκτον Ντι Σι, τον Ομπάμα δεν θα τον δούμε σήμερις (αφενός το παίζει και καλά πολυάσχολος ενόψει τέλους θητείας, αφετέρου δεν μιλιόμαστε με τη Μισέλ από τότες που δήλωσε την προτίμησή της στους Πιγκουίνους της Μαδαγασκάρης -δηλαδής χελόου, εμείς ράμφος δεν έχομεν;) και τον Τραμπ αρνούμαι να τον συναντήσω γιατί λίγο το περουκίνι, λίγο το υφάκι, λίγο η Ιβάνκα, πόση ανοησία ν'αντέξω ο πτηνός; Αλλά σε ηγέτη, σου έχω τον Ουίνστον. Που ήταν μεγάλη αλεπού, αλλά χαρισματικός και κιμπάρης άνθρωπος. Και έχει πει τη μνημειώδη φράση "η ιστορία θα είναι ευγενική μαζί μου, διότι θα τη γράψω εγώ"! Πόσο τεράστιο ρισπέκτ;


Ακόμα μεγαλύτερο ρισπέκτ στον Αϊνστάιν. Πρώτον, διότι η θεωρία της σχετικότητας παραμένει θεμελιώδους σημασίας για τη φυσική και πολλές από τις υποθέσεις εργασίας του συνεχίζουν να επιβεβαιώνονται πειραματικά, πολλές δεκαετίες μετά το θάνατό του. Και δεύτερον, διότι διαθέτει ίδιο μαλλί με μία θεία μου, αλλά του πάει περισσότερο (ίσως αν άφηνε κι εκείνη μουστάκι, βελτιωνόταν κάπως το φιζίκ της). 


Αυτή είναι η Γερτρούδη Στέιν, σε ένα γλυπτό του Jo Davidson. Που την εσυμπαθούμε πολύ όχι μόνο για την τόλμη και την οξύνοιά της, αλλά και για τη συμβολή της στην τέχνη και τον πολιτισμό. Στο σαλόνι του σπιτιού της Γερτρούδης μαζεύονταν οι διανοούμενοι του Παρισιού και αντάλλαζαν ιδέες, διαμορφώνοντας το παρακάτω. Και τελοσπάντων υπάρχει μία φράση της που εγώ χρησιμοποιώ συχνά όταν μιλάω κυρίως σε νέους ανθρώπους. Ότι σημασία δεν έχουν οι έξυπνες απαντήσεις. Σημασία έχουν οι έξυπνες ερωτήσεις.


Κι αν η Γερτρούδη, σου παρουσιάζεται κάπως παραδωμένη σε μία κόπωση αβάσταχτη, η Toni Morrison στο πορτραίτο της από τον Robert McCurdy, σε κοιτάζει με ύφος αυστηρό. Σα να θέλει να σου τα χώσει. Η εμμονή στη λεπτομέρεια, η ευθύτητα του βλέμματος, η κάπως σκοτεινή μορφή σε φωτεινό φόντο και βεβαίως, το απίθανο ζακετάκι που λες και ζωγραφίστηκε κόμπο-κόμπο με το βελονάκι, συνθέτουν έναν πίνακα καθηλωτικό. Και ναι, χρησιμοποιώ και από την Toni, μία φράση πολλές φορές στο λόγο μου. Ότι παρανοήσαμε τη βία για πάθος, τη ραθυμία για καλοπέραση και την απερισκεψία για ελευθερία. (=We mistook violence for passion, indolence for leisure, and thought recklessness was freedom.) Βαθιά πολιτική φράση, στη δική μας την περίπτωση, πτηνό βέρι υπαινικτίκ.


Αν σου έπεσε βαριά η διανόηση, ιδού μία ιλουστρέ προσωπογραφία του Έλβις από τον Ralph Wolfe Cowan. Με το γνωστό ηδυπαθές βλέμμα, έξτρα γκλαμ στο ύφος, χειλάκι πετροκέρασο και μάγουλο βερίκοκο. Ακόμα κι αν δεν είσαι φαν, οφείλεις να παραδεχθείς πως ο Πρίσλεϊ διέθετε χιουτζ ταλέντο και κάμποση πρωτοτυπία. Στα τραγούδια του, στον τρόπο ερμηνείας, στην κίνηση και το όλο περφόρμανς.



Και επειδής είμαστε εκ πεποιθήσεως μιούζικαλ ως μπλογκ και ως πτηνά, αφιερώνω σε εσένα και στον ταχυδρόμο που μου φέρνει μόνο λογαριασμούς τελευταία, το "Return to Sender". Μπορώ να πάω και στα ΕΛΤΑ να το χορέψω, αν είναι να βοηθήσει την περίπτωσή μου.



Να και ο Michael Jackson, ο βασιλιάς της ποπ. Σε ένα έργο που δημιούργησε ο Andy Warhol, o βασιλιάς της ποπ αρτ. Και θα στο πω ειλικρινά. Πως παλαιότερα, δεν είχα σε καμία υπόληψη τους πίνακες και τα έργα του. Ώσπου άρχισα να τα βλέπω στα μεγάλα μουσεία του κόσμου. Και άλλαξα τελείως γνώμη. Με έναν τρόπο, ο Warhol κερδίζει την προσοχή σου πάντα. Είναι τα έντονα χρώματα, είναι ο επιτηδευμένα ανάλαφρος τρόπος που σου σερβίρει το θέμα του, είναι η ακομπλεξάριστα αισιόδοξη προσέγγιση στα πράγματα. Ότι ρε παιδί μου εντάξει, δεν χρειάζεται αυτός ο κόσμος μόνο σοβαρότητα και υψηλή διανόηση. Έχει και το φαντεζί, θέση στην καθημερινότητά μας. Αποτελεί και το μπριόζο, ανάγκη στη ζωή μας. Πτηνό συνυπογράφει και πατάει λάικ.



Όσο για τον Michael, θα ανατρέχω πάντα σε εκείνες τις πρώτες ερμηνείες του. Με την παιδική φωνή και το μαλλί αφάνα. Ερμηνείες πού προέρχονται από ξεθωριασμένες εποχές κι απ'έναν κόσμο αλλιώτικο. Τότες που ήταν ακόμα αθώος. Και ο Michael και ο κόσμος.



Παρότι έχει γίνει κατάχρηση της εικόνας της με συνεχή προβολή της σε αφίσες, περιοδικά και διαφημίσεις, η Μέριλιν έχει διαστάσεις αρχετυπικού συμβόλου. Η επιλογή του κόκκινου χρώματος από τον Andy Warhol προσθέτει ένταση και πάθος, σε μία παρουσία που διέθετε μεγάλες δόσεις και από τα δύο.



Ακόμα και σήμερα, όταν βλέπει κανείς σκηνές σαν αυτήν, όπου η Μέριλιν ξεχειλίζει από ερωτισμό, δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει πως πέραν της ομορφιάς, υπάρχει και ταλέντο. Στον τρόπο που χειρίζεται τη γλώσσα του σώματος, στον τρόπο που ερμηνεύει το ρόλο της, στον τρόπο που τραγουδά και κοιτάζει τον φακό. Και θα μου επιτρέψεις να πω πως λίγες μπορούν να πουν ένα "που-που-πι-του" και να είναι πειστικές!



Παρότι τις έχω δει και ξαναδεί, οι παλιές αμερικάνικες ταινίες των δεκαετιών του '40, του '50 και του '60, συνεχίζουν να αποτελούν αγαπημένη μου απόλαυση. Και ηθοποιοί όπως η Κάθλιν Χέπμπορν (εδώ σε πίνακα του Everett Raymond Kinstler) συνεχίζουν να με συναρπάζουν. Μπορεί να κάμω και λάθος, αλλά φοβάμαι ότι οι νέες γενιές έχουν απομακρυνθεί από την πολιτιστική παραγωγή εκείνων των δεκαετιών. Και είναι πραγματικά κρίμα, διότι ο αμερικάνικος κινηματογράφος του τότε, είχε αποτολμήσει να συζητήσει σπουδαία θέματα με πολύ ενδιαφέρον (και εικαστικά) τρόπο. Σε εποχές που οι ζουπερήρωες δεν πέταγαν στους ουρανούς, αλλά περιπλανιώντουσαν στη γη. Και που οι ζουπερηρωίδες δεν φορούσαν μπέρτες και κολάν, αλλά αντρικά παντελόνια και καπέλα. Και που ο σκοπός δεν ήταν να υπερασπίσει κανείς τον κόσμο, αλλά κυρίως να υπερασπίσει την αξιοπρέπειά του.



Τώρα βέβαια, θα αναρωτηθείς και με τα δίκια σου, τί δουλειά έχει η Ράκελ Γουέλς με τα εσώρουχά της σε γυάλινη προθήκη. Και θα σου απαντήσω πως πολλά μπορείς να καταμαρτυρήσεις στην Αμερική, αλλά ένα πράγμα οφείλεις να της το αναγνωρίσεις: δεν πάσχει από τον ευρωπαϊκό σνομπισμό και την αβάσταχτη σοβαροφάνειά μας. Που σημαίνει; Ότι μπορούμε να βάλουμε και τη Ράκελ στο μουσείο, η οποία είχε τελοσπάντων χαρακτηριστεί ως η πιο ποθητή γυναίκα της δεκαετίας του '70 από το περιοδικό Playboy (πούχει και ένα εξπερτίζ στο τόπικ). Άλλωστε και η ομορφιά, ένα είδος τέχνης δεν είναι;



Επιστροφή στη μουσική με ένα πορτραίτο του Dizzy Gillespy από τον Marc Klionsky. Ως συνθέτης και βιρτουόζος της τρομπέτας, ο Dizzy συνέβαλε τα μέγιστα στην εξέλιξη της αμερικάνικης τζαζ. Οι μοναχικές μου ώρες μελέτης ή δουλειάς επενδύονται συχνά με τις μουσικές του. Και με τα χρόνια, έχω αρχίσει να τις καταλαβαίνω καλύτερα. Να καταλαβαίνω την Αμερική καλύτερα. Και μπορεί να σου ακουστεί παράδοξο, αλλά μου πήρε καιρό και χρειάστηκε να ταξιδέψω σε κάμποσες πολιτείες για να μπορέσω εντέλει ν'αρχίσω να την κατανοώ.


O Μοχάμεντ Άλι απασχόλησε πολλές φορές την κοινή γνώμη -και όχι πάντα για τις επιδόσεις του στο ρινγκ. Σε αυτόν τον θαυμάσιο πίνακα του Henry C. Casselli Jr., ο Άλι τεντώνει τα σκοινιά και τα παίζει στα δάχτυλά του. Καθώς στέκομαι αντίκρυ του, σκέφτομαι ότι αυτό είναι τέχνη, αναγνώστα. Όχι απλώς η αποτύπωση ενός θέματος, αλλά η πιο υπαινικτική συζήτησή του.



Επειδής το βλέπω πως άρχισες να μου κουράζεσαι, σταματάμε να σε κεράσω ένα ντόνατ και μία γκαζόζα. Στο εσωτερικό αίθριο του κτηρίου ντε! Μας πέτυχες και σε ιδιαιτέρως καλή μέρα και απολαμβάνουμε όλοι το παιχνίδισμα του φωτός, έτσι όπως τρυπώνει μέσα από το απίθανο πλέγμα της οροφής.



Αυτές οι ζούπερ φουτουριστίκ αρχιτεκτονικές επεμβάσεις σε κλασικά κτήρια, εμένα πολύ μου αρέσουν. Και παντρεύουν ωραιότατα το παλιό με το μονδέρνο, κλείνοντας το μάτι στους επισκέπτες και εντάσσοντάς τους σε μία μεγάλη εικαστική αγκαλιά. Είναι σπουδαίο πράμα η αρχιτεκτονική, αναγνώστα. Είναι τεράστια η σημασία της για την καθημερινότητα και την οργάνωση μίας κοινωνίας. Και όχι, δεν θα παρασυρθώ στη σχετική συζήτηση για την έλλειψη αρχιτεκτονικής κουλτούρας στη δική μας τη χώρα, διότι θ'αρχίσω πάλι να γκρινιάζω και δεν μου πρέπει.



Καλέ, ο Βασιλάκης! Με τη γυναίκα του! Εντάξει, είναι ο πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου, δεν του αξίζει ένα πόρτραιτ; Εδώ έχουμε κάνει σε καν και καν τυχάρπαστους, δεν θα κάμουμε του Βασιλάκη πούχει ανοίξει τόσα παράθυρα στον κόσμο (με το αζημίωτο πάντα); Εγώ πάντως την αλήθεια μου θα σου την πω, δεν τον εσυμπαθώ: πρώτον, διότι φιλανθρωπίες τάζει και φιλανθρωπίες δεν βλέπω -ας αναλάβει μία Σιέρρα Λεόνε, ένα Μπουρούντι, μία Γουινέα Μπισάο, να τον παραδεχτώ. Και δεύτερον, διότι πολλά μπορώ να του συγχωρέσω, αλλά τα Vista με την καμία -εξού και με κέρδισε ο ανταγωνισμός.


Ναι, η Εθνική Πινακοθήκη Πορτραίτων διαθέτει στην τεράστια συλλογή της, πορτραίτα προσωπικοτήτων από πολλούς και διαφορετικούς χώρους. Από τις τέχνες και τα γράμματα, μέχρι την επιστήμη, την πολιτική και την οικονομία. Και η λογική αυτή, εμένα πολύ μου αρέσει, διότι αφενός αισθάνεσαι ότι υπάρχει ένας πολύ συγκεκριμένος θεμάτικ άξονας (χωρίς να σου πετάγονται κάθε τρεις και λίγο, νεκρές φύσεις, θαλασσογραφίες ή Αγίες Μικέλες μεγάλη-η-χάρη τους) και αφετέρου, μοιάζει με παιχνίδι αναγνώρισης και ευκαιρία για συζήτηση των προσώπων που εικονίζονται και της όποιας συμβολής τους.


Το ξεύρω πως θα με πεις αλλού-γι-αλλού, όμως πολύ θα μου άρεσε να έβλεπα κάποια στιγμή ένα τέτοιο μουσείο και στην Ελλάδα. Με πορτραίτα από το δικό μας δημόσιο βίο, συγκεντρωμένα σε μία ενιαία συλλογή. Την Κάλλας, τον Τσαρούχη, τον Χατζιδάκι, τον Θοδωράκη, τη Μερκούρη, τη Λαμπέτη, τον Παπαναστασίου, τον Καζαντζάκη, τον Ελύτη, τον Σεφέρη ή τον Βενιζέλο, του νέιμ ε φιου! Νομίζω θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον και πολύ θα το χαιρόμουν. Ίσως σε καναδυοτρεις αιώνες, το σκεφτούμε κι εμείς. Και σε πεντέξι, το πραγματοποιήσουμε κιόλας. 


Κοιτάζοντας τα πρόσωπα στα πορτραίτα, σκεφτόμουν ότι πέραν του προφανούς αισθητισμού της, η συλλογή αυτή θα μπορούσε να ιδωθεί και ως συλλογική άσκηση της κοινωνίας. Εκθέτοντας τα πρόσωπα που αναδεικνύει, η κοινωνία κρίνει και κρίνεται. Γιατί αντίθετα με τον Ντόριαν Γκρέι, στον πραγματικό μας κόσμο, οι άνθρωποι γηράσκουν και φθείρονται, αλλά τα πορτραίτα μένουν σχεδόν αναλλοίωτα στο χρόνο. Υπενθυμίζοντας και τα καλά μας και τα στραβά μας. Και χαρτογραφώντας με έναν τρόπο, τις διαστάσεις μας.



Σε πινακοθήκες σαν ετούτη, συνήθιζα να στέκομαι μπροστά από κάθε πρόσωπο και αν το αναγνώριζα, να του απέδιδα ένα πρόσημο. Αν τον εσυμπαθώ ή αν τον αντιπαθώ. Σιγά σιγά έχουν αλλάξει τα κριτήριά μου όταν κοιτάζω ένα πορτραίτο. Κι έχω πάψει να κατηγοριοποιώ τους ανθρώπους απλώς σε καλούς και σε κακούς. Προτιμώ να τους διαλέγω σε ενδιαφέροντες και σε ανιαρούς. Σκεπτόμενος πως έχει εντέλει μεγάλη σημασία η επιλογή των χρωμάτων με τα οποία φιλοτεχνεί ο καθείς μας τον εαυτό του. Και ο τρόπος με τον οποίο κερδίζει μία θέση στην Πινακοθήκη των άλλων.

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017

Ο Κανόνας των 19 κλικ



Το μεγαλείο του όλου – Ο ανθρώπινος υπεροργανισμός
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο βιβλίο της γενεσης, στη Βαβυλώνα (ή Βαβέλ), την αρχαία πόλη της Μεσοποταμίας που χτίστηκε μετά τον μεγάλο μυθικό κατακλυσμό, η ανθρωπότητα ήταν ενωμένη: «Και είπεν τότε ο Κύριος: Ιδού έως τώρα ένας λαός είναι αυτοί και μίαν γλώσσαν ομιλούν όλοι, […] και νομίζουν ότι τώρα δεν θα τους λείψει τίποτε από όσα σκέπτονται να κάμουν». Και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκαν να κάνουν οι κάτοικοι της Βαβυλώνας ήταν να χτίσουν έναν πύργο τόσο ψηλό, που θα έφτανε έως τους ουρανούς.
Σύμφωνα με τη Γένεση, ο Θεός τιμώρησε τους ανθρώπους καταστρέφοντας το οικοδόμημα, συνέχυσε τις γλώσσες τους και τους διέσπειρε σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Η ιστορία αυτή αντικατοπτρίζει την απερισκεψία της ύβρεως, αλλά εμείς συνήθως εστιάζουμε στις συνέπειες της πολυγλωσσίας. Συχνά παραβλέπουμε το γεγονός ότι η τιμωρία των Βαβυλωνίων δεν είναι τόσο οι διαφορετικές γλώσσες όσο η μεταξύ τους αποσύνδεση.
Ενεργώντας συλλογικά, οι κάτοικοι της Βαβέλ κατάφεραν να κάνουν κάτι -να χτίσουν έναν πύργο για να συνδεθούν με τον Θεό- που αδυνατούσαν να είχαν κάνει ως άτομα, άλλωστε δεν θα μπορούσε ένα μόνο Ατομον να έχει μια τόσο βλακώδη ιδέα. Αλλά κι άλλες ιστορίες από τη Βίβλο αναφέρονται στη δύναμη των συνδέσεων, μιλούν μάλιστα με τον πιο θετικό τρόπο για το τι μπορούν να επιτύχουν οι συνδεδεμένοι άνθρωποι. Όταν ο Ιησούς του Ναυή και οι Ισραηλίτες έφθασαν στις πύλες της Ιεριχούς, διαπίστωσαν ότι τα τείχη της πόλης ήταν τόσο ισχυρά και απόκρημνα, ώστε κανείς δεν μπορούσε να αναρριχηθεί σε αυτά ή να τα γκρεμίσει. Και τότε, σύμφωνα με την αφήγηση, ο Θεός είπε στους Ισραηλίτες να συγκεντρωθούν και να βαδίσουν γύρω από την πόλη. Όταν ήχησε η κεράτινη σάλπιγγα, τότε όλος «ο λαός αλάλαξε μέγαν αλαλαγμόν» σε ένα είδος συγχρονισμού και τα τείχη της Ιεριχούς κατέρρευσαν.
Οι παρατηρήσεις για τη διασύνδεση και τις προεκτάσεις της είναι πολύ παλιές, εν μέρει επειδή οι θεολόγοι και οι φιλόσοφοι, σαν σύγχρονοί βιολόγοι και κοινωνικοί επιστήμονες, ξέρουν από παλιά ότι οι κοινωνικές συνδέσεις είναι θεμελιώδεις στην ανθρώπινη φύση μας -γεμάτες υποσχέσεις, αλλά και κινδύνους. Συχνά οι συνδέσεις θεωρούνται αυτό που μας διαχωρίζει από τα άλλα ζώα ή από τη βαρβαρότητα. Αλλά πως γίνονται αυτές οι συνδέσεις και με ποιούς, είναι μια μεγάλη κουβέντα που δεν θα την κάνουμε εδώ.
Το 1651, ο Άγγλος φιλόσοφος Τόμας Χομπς διατύπωσε ένα νοητικό πείραμα στο οποίο περιέγραφε την αρχέτυπη κατάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης, αντιγράφοντας τον Μέγα Ηράκλειτο. Στο βιβλίο του, το Λεβιάθαν, υποστήριξε ότι η φυσική κατάσταση των ανθρώπων είναι το bellum omnium contra omnes (πόλεμος πάντων κατά πάντων). Επικρατεί αναρχία. Ο Χομπς επεσήμανε ότι «η ζωή του ανθρώπου είναι μοναχική, φτωχή, άσχημη, σκληρή και σύντομη».
Η χρήση του όρου μοναχικός -που για ανεξήγητο λόγο συχνά αφαιρείται από τα παραθέματα- υποδηλώνει ότι μια αποσυνδεδεμένη ζωή είναι γεμάτη βάσανα. Το υποδηλώνει, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι.
Μπροστά σε αυτή τη θλιβερή κατάσταση, λέει ο Χομπς, οι άνθρωποι θα επέλεγαν να συνάψουν ένα «κοινωνικό συμβόλαιο» θυσιάζοντας την ανεξαρτησία τους, σε αντάλλαγμα για κάποια ψευδή ασφάλεια. Σε μια πολιτισμένη κοινωνία, υποστήριξε, οι άνθρωποι θα δημιουργούσαν συνδέσεις μεταξύ τους. Οι συνδέσεις αυτές θα βοηθούσαν στον περιορισμό της βίας και θα αποτελούσαν πηγή παρηγορίας, ειρήνης και ευταξίας. Έτσι, οι άνθρωποι θα έπαυαν να είναι μοναχικοί και θα γίνονταν συνεργάσιμοι και υπάκουοι.
Έναν αιώνα αργότερα, ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν Ζακ Ρουσό διατύπωσε παρόμοιες ιδέες. Στο έργο του, Το κοινωνικό συμβόλαιο, υποστήριξε ότι η φυσική κατάσταση της ανθρωπότητας ήταν πράγματι βάρβαρη, δίχως ηθικούς κανόνες ή νόμους και γεμάτη ανταγωνισμούς και αντιπαλότητες. Η επιθυμία για ασφάλεια από τις απειλές των άλλων ήταν αυτό που έσπρωξε τους ανθρώπους να ενωθούν και να ζήσουν συλλογικά.
Αυτή η ‘πρόοδος’ της ανθρωπότητας από την αρχική αναρχία προς όλο και μεγαλύτερα και πιο οργανωμένα κοινωνικά σύνολα -ομίλους, χωριά, πόλεις και κράτη- μπορεί να γίνει κατανοητή ως μια σταδιακή αύξηση του εύρους και της πολυπλοκότητας των κοινωνικών δικτύων και σήμερα, καθώς γινόμαστε υπερσυνδεδεμένοι, η ΄πρόοδος΄ αυτή συνεχίζεται.
Ο ανθρώπινος υπεροργανισμός
Τα δίκτυα που δημιουργούμε έχουν τη δική τους ζωή
Μεγαλώνουν, αλλάζουν, αναπαράγονται, επιβιώνουν και πεθαίνουν. Διάφορα πράγματα ρέουν και κινούνται μέσα τους. Ένα κοινωνικό δίκτυο είναι ένα είδος υπεροργανισμού, με δική του ανατομία και φυσιολογία δομή και λειτουργία. Από τις ομάδες πυρόσβεσης μέχρι την ιστολογιόσφαιρα, ο ανθρώπινος υπεροργανισμός κάνει αυτό που δεν θα μπορούσε να κάνει κανένα άτομο μόνο του. Οι τοπικές συνεισφορές μας στο ανθρώπινο κοινωνικό δίκτυο έχουν παγκόσμιες συνέπειες, που επηρεάζουν τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων καθημερινά και μας βοηθούν να επιτύχουμε πολύ περισσότερα από το χτίσιμο ενός πύργου ή το γκρέμισμα κάποιων τειχών.
Μια αποικία μυρμηγκιών αποτελεί το πρότυπο του υπεροργανισμού, με ιδιότητες που δεν διαθέτουν τα ίδια τα μυρμήγκια, αλλά προκύπτουν από τις αλληλεπιδράσεις και τη συνεργασία μεταξύ τους. Μέσα από τη συνεργασία αυτή, τα μυρμήγκια δημιουργούν κάτι το οποίο υπερβαίνει το άτομο: πολύπλοκες λοφώδεις φωλιές, που υψώνονται σαν μικροσκοπικοί πύργοι της Βαβέλ. Το ένα μυρμήγκι που βρίσκει τον δρόμο προς ένα δοχείο με ζάχαρη μακριά από τη φωλιά του είναι σαν ένας αστροναύτης που πατάει στο φεγγάρι: και τα δύο επιτεύγματα καθίστανται δυνατά μέσω των συντονισμένων προσπαθειών και επικοινωνιών πολλών ατόμων. Ωστόσο, κατά κάποιον τρόπο, αυτά τα μοναχικά άτομα —το μυρμήγκι και ο αστροναύτης, μέρη ενός υπεροργανισμού αμφότερα— δεν διαφέρουν από το πλοκάμι ενός χταποδιού που εκτείνεται για να εξερευνήσει μια σκοτεινή κοιλότητα.
Στην πραγματικότητα, τα κύτταρα ενός πολυκύτταρου οργανισμού μπορούν να θεωρηθούν εν πολλοίς με τον ίδιο τρόπο. Λειτουργώντας μαζί, τα κύτταρα δημιουργούν μια ανώτερη μορφή ζωής, εντελώς διαφορετική από τις εσωτερικές διεργασίες ενός μεμονωμένου κυττάρου. Για παράδειγμα, η πέψη δεν αποτελεί λειτουργία κανενός συγκεκριμένου κυττάρου, ούτε καν κάποιου συγκεκριμένου είδους κυττάρων. Ομοίως, οι σκέψεις μας δεν μπορούν να εντοπιστούν σε κάποιον συγκεκριμένο νευρώνα, αλλά προκύπτουν από το μόρφωμα των συνδέσεων μεταξύ πολλών νευρώνων.
Είτε πρόκειται για κύτταρα και μυρμήγκια είτε για ανθρώπους, νέες ιδιότητες μιας ομάδας μπορούν να αναδυθούν από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ατόμων. Και οι συνεργατικές αλληλεπιδράσεις αποτελούν χαρακτηριστικό των περισσότερων μειζόνων εξελικτικών αλμάτων που έχουν σημειωθεί από την εμφάνιση της ζωής —όπως η ενσωμάτωση των μιτοχονδρίων στα έυκαριωτικά κύτταρα, η μετάβαση από τους μονοκύτταρους στους πολυκύτταρους οργανισμούς και η συγκρότηση ύπεροργανισμών από ένα σύνολο ατόμων.
Τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να παρουσιάσουν ένα είδος νοημοσύνης που μεγεθύνει ή συμπληρώνει την ατομική νοημοσύνη, όπως μια αποικία μυρμηγκιών είναι «ευφυής» ακόμη και αν τα μυρμήγκια δεν είναι, ή όπως τα σμήνη των πουλιών καθορίζουν προς τα πού θα πετάξουν συνδυάζοντας τις επιθυμίες κάθε πουλιού. Τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να λαμβάνουν και να περιέχουν πληροφορίες που μεταδίδονται στον κόσμο και στον χρόνο (όπως κανόνες αξιοπιστίας, παραδόσεις αμοιβαιότητας, προφορικές διηγήσεις ή διαδικτυακά wiki), καθώς και να εκτελούν υπολογισμούς που συναθροίζουν εκατομμύρια αποφάσεις (όπως καθορίζοντας την αγοραία τιμή ενός προϊόντος ή επιλέγοντας τον καλύτερο υποψήφιο σε μια εκλογική αναμέτρηση).
Τα δίκτυα μπορούν να έχουν αυτά τα αποτελέσματα ανεξάρτητα από τη νοημοσύνη των μελών τους. Αναλογιστείτε, για παράδειγμα, ότι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι έχτιζαν ένα σιδηροδρομικό δίκτυο στην Αγγλία του 20ου αιώνα θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο οι μύκητες (άλλο ένα είδος που σχηματίζει υπεροργανισμούς) εξερευνούν συλλογικά ένα τμήμα δασικού εδάφους, προκειμένου να εκμεταλλευθούν και να μεταφέρουν πόρους, δημιουργώντας ένα δίκτυο από σωληνώσεις. Οι μύκητες μπορούν ακόμη και να «συνεργάζονται», ώστε να βρουν το καλύτερο μονοπάτι μέσα σε λαβυρίνθους στους οποίους τοποθετούνται από επιστήμονες.
Τα κοινωνικά δίκτυα επίσης διαθέτουν μνήμη της δομής τους (μένουν ανέπαφα, ακόμη και όταν οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται) και της λειτουργίας τους (διατηρούν έναν πολιτισμό, ακόμη και όταν oι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται). Για παράδειγμα, συμμετέχοντας σε ένα δίκτυο ανθρώπων στο οποίο επικρατεί η εμπιστοσύνη, αυτή η εμπιστοσύνη σάς ωφελεί και σας επηρεάζει. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι oι άνθρωποι που βρίσκονται στο δίκτυό σας δείχνουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη ή, ακόμη, ότι η δική τους εμπιστοσύνη εμπνέει εμπιστοσύνη και σε εσάς αντίθετα, το ίδιο το δίκτυο προωθεί αυτή την εμπιστοσύνη και αλλάζει τον τρόπο που συμπεριφέρονται τα άτομα.
Σαν έμβια όντα, τα δίκτυα μπορούν να αυτοανηγράφονται στον χώρο και στον χρόνο. Σε αντίθεση με τους ενσώματους οργανισμούς, όμως, τα δίκτυα μπορούν, αν αποσυναρμολογηθούν, να επανασυναρμολογηθούν εξ αποστάσεως. Αν κάθε άτομο θυμάται με ποιον είναι συνδεδεμένο, μπορούμε να κόψουμε τις συνδέσεις, να τους μεταφέρουμε όλους από ένα μέρος σε κάποιο άλλο, και το δίκτυο να αναβιώσει. Η γνώση των κοινωνικών δεσμών μας σημαίνει ότι το δίκτυο μπορεί να αναδημιουργηθεί, παρόλο που κανένα μεμονωμένο άτομο δεν ξέρει πώς συνδέονται όλα τα μέλη του δικτύου.
Τα δίκτυα είναι αυτοαντιγραφόμενα και διαρκούν περισσότερο από τα μέλη τους
Το δίκτυο μπορεί να παραμένει, ακόμη και όταν τα μέλη του αλλάζουν -όπως τα κύτταρα της επιδερμίδας μας αναπληρώνονται, οι υπολογιστές εναλλάσσονται σε μια φάρμα διακομιστών και νέοι καταναλωτές και πωλητές περνούν από μια αγορά που παραμένει στον ίδιο χώρο επί αιώνες. Σε μια μελέτη ενός δικτύου 4 εκατομμυρίων ατόμων συνδεδεμένων μέσω των τηλεφωνικών τους κλίσεων, οι ερευνητές έδειξαν ότι, παραδόξως, οι ομάδες άνω των δεκαπέντε διασυνδεδεμένων ατόμων που παρουσίαζαν τη μεγαλύτερη κίνηση διαρκούσαν περισσότερο. Τα μεγάλα κοινωνικά δίκτυα ενδεχομένως πράγματι να χρειάζονται τέτοια αυξημένη κίνηση για να επιβιώσουν, όπως ακριβώς η αναπλήρωση των κυττάρων είναι απαραίτητη για την επιβίωση του οργανισμού.
Αυτές oι παρατηρήσεις τονίζουν μια άλλη ιδιότητα που θυμίζει οργανισμό: τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν συχνά να αυτοαναδιατάσσονται. Έχουν την ικανότητα να πληρώνουν τα κενά τους με τον ίδιο τρόπο που επουλώνεται μια πληγή. Αν ένα άτομο αποσυρθεί από μια ομάδα πυρόσβεσης, τότε τα δύο άτομα που συνέδεε θα μετακινηθούν πιο κοντά μεταξύ τους, σχηματίζοντας έναν δεσμό για να κλείσουν το κενό. Ως αποτέλεσμα, η ροή του νερού θα συνεχιστεί. Σε περισσότερο σύνθετα δίκτυα, στην πραγματική ζωή, φαίνεται πιθανόν ότι ο σκοπός των πλεοναζόντων δικτυακών δεσμών, καθώς και της μεταβατικότητας, είναι ακριβώς να προσδίδουν ανθεκτικότατα σε τέτοιου είδους απώλειες, σαν τα ανθρώπινα κοινωνικά δίκτυα να σχεδιάστηκαν για να διαρκούν.
Σαν ένα παγκόσμιο νευρικό σύστημα, τα δίκτυά μας επιτρέπουν στον καθένα μας να ανταλλάσσει μηνύματα με σχεδόν οποιοδήποτε άτομο στον πλανήτη. Καθώς γινόμαστε όλο και πιο υπερσυνδεδεμένοι, η πληροφορία κυκλοφορεί αποτλεσματικότερα, αλληλεπιδρούμε ευκολότερα και εμπλεκόμαστε σε περισσότερα και διαφορετικά είδη κοινωνικών συνδέσεων καθημερινά. Όλες αυτές οι αλλαγές κάνουν τον Homo dictyous να μοιάζει ακόμη περισσότερο με έναν υπεροργανισμό που λειτουργεί με έναν κοινό σκοπό. Η ικανότητα των δικτύων να δημιουργούν και να διατηρούν τους συλλογικούς μας στόχους εξακολουθεί να ενισχύεται. Και οτιδήποτε εξαπλώνεται τώρα από άτομο σε άτομο θα εξακολουθήσει να εξαπλώνεται ευρύτερα και ταχύτερα, οδηγώντας στην ανάδυση νέων ιδιοτήτων καθώς η κλίμακα των αλληλεπιδράσεων θα διευρύνεται.
ENTREPRENEUR
Πόσο Δημοκρατικό Είναι το Διαδίκτυο;
Σε κάθε δίκτυο η απόσταση ανάμεσα σε δυο τυχαίους κόμβους είναι κατά πολύ μικρότερη απ’ ότι θα υπαγόρευε το τεράστιο πλήθος τους, αυτό που μας περνά αμέσως από το νου είναι αν τα δίκτυα μπορούν να μοιράζονται κι άλλες ιδιότητες, εγγενείς της φύσης και την πολυπλοκότητάς τους.
Μοντέλο Erdős-Rényi: Μια πρώτη προσπάθεια προσέγγισης του τρόπου δόμησης και λειτουργίας τους έγινε από το δίδυμο Erdős-Rényi. Μιας και η προσέγγιση αυτή ήταν και η πρώτη, λογικό είναι να ήταν και απλή, καθ’ ότι αυτός είναι και ο τρόπος της επιστήμης. Ξεκινάει, φερ’ ειπείν από τα απλά, για να χτίσει κατόπιν προς τα πολυπλοκότερα, φροντίζοντας όμως να διερωτάται σε κάθε βήμα για το πόσο κοντά στην πραγματικότητα είναι οι προβλέψεις της.
Οι Erdős-Rényi βάσισαν το μοντέλο τους για τη δομή των δικτύων στην υπόθεση ότι ο αριθμός των συνδέσεων (links) που καταλήγουν σε κάθε κόμβο είναι λίγο πολύ ένας τυχαίος αριθμός, που υπακούει σε μια συγκεκριμένη απλή κατανομή. Όπως είδαμε σε προηγούμενη ανάρτηση «Ένας Τυχαίος Περίπατος», η κατανομή τυχαίων μεταβλητών, (όπως οι ταχύτητες των μορίων σ’ ένα αέριο), ακολουθεί μια συμμετρική κωδωνοειδή καμπύλη (όπως στην εικόνα), η οποία χαρακτηρίζεται από μια συγκεκριμένη μέση τιμή και ένα εύρος.
Στην περίπτωση δηλαδή του διαδικτύου, το ως άνω μοντέλο υπέθετε ότι κάθε σελίδα του (page) δέχεται ένα μέσο αριθμό συνδέσεων (links), γεγονός το οποίο θεώρησαν σύμφυτο με τη δημοκρατικότητα του κυβερνοχώρου, καθώς ο καθένας έχει τις ίδιες πιθανότητες με τον οποιονδήποτε άλλον να τον δουν και να τον ακούσουν.
Κατόπιν όμως λεπτομερούς ανάλυσης του εσωτερικού δικτύου του πανεπιστημίου Notre-Dame της Indiana με τις 325,000 σελίδες, βρέθηκε ότι το 82% αυτών δεχόταν από 3 έως και λιγότερες συνδέσεις, ενώ υπήρχαν 42 σελίδες, οι οποίες είχαν ξεφύγει και δέχονταν πάνω από 1,000 η κάθε μια. Η κατάσταση αυτή όπως αποτυπώθηκε, μάλλον δεν συνηγορούσε υπέρ ενός δημοκρατικού κυβερνοχώρου, όπου κάθε σελίδα θα διέφερε σε δημοφιλία μόνο κατά τι από τις υπόλοιπες και επομένως το μοντέλο Erdős-Rényi χρειαζόταν επειγόντως αναθεώρηση.
Μοντέλο Watts-Strogatz: Η αναθεώρηση ήρθε αρκετά χρόνια μετά, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ‘90 από ένα άλλο δίδυμο, τους Watts-Strogatz, οι οποίοι και παρατήρησαν ότι σε επίπεδο κοινωνίας τουλάχιστον, και κοινωνικών σχέσεων, οι πιθανότητες που έχουν δυο τυχαία άτομα να γνωρίζονται μεταξύ τους δεν είναι ίδιες με αυτές που θα είχαν αν αμφότερα ανήκαν στον κύκλο γνωριμιών κάποιου ατόμου. Στη δεύτερη περίπτωση θα ήταν σαφώς μεγαλύτερες, μιας και οι γνωστοί του φίλου μου, ή κάποιοι από αυτούς θα γίνουν μοιραία και δικοί μου γνωστοί. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα της οργάνωσης των κοινωνικών δικτύων υπό τύπον συσσωματωμάτων (clusters), τα μέλη των οποίων συνδέονται με ισχυρούς δεσμούς εντός, αλλά με σαφώς χαλαρότερους με τα μέλη άλλων. Στη θέση του cluster μπορείτε να βάλετε μια παρέα, ή μια ομάδα εταιριών σε στενή μεταξύ τους συνεργασία.
Το clustering δεν ήταν όπως αποδείχτηκε ιδιότητα μόνο των κοινωνικών δικτύων, μιας και παρατηρήθηκε και σε άλλα συστήματα, όπως στον τρόπο οργάνωσης των νευρώνων του γνωστού μας πλέον σκουληκιού C. Elegans, όπου οι γείτονες ενός νευρώνα έχουν πενταπλάσιες πιθανότητες να συνδεθούν με τον συγκεκριμένο, παρά με κάποιον άλλον μακρύτερα, όπως στο ηλεκτρικό δίκτυο, όπως στους συν-συγγραφείς επιστημονικών άρθρων, ή όπως στη σύνδεση των υπολογιστών στο δίκτυο.
Παρ’ όλο που το μοντέλο Watts-Strogatz ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα, πάλι δεν έδινε τα αποτελέσματα που έπρεπε. Κι τούτο γιατί, όπως και το προηγούμενο των Erdős-Rényi παρά ήταν δημοκρατικό για να ταιριάξει στην αληθινή φύση του web. Ο λόγος ήταν η αρκετή δόση τυχαιότητας που έμπαινε κι εδώ, όσον αφορά στο σχηματισμό των clusters και των μεταξύ τους διασυνδέσεων. Σε σύγκριση με το μοντέλο Erdős-Rényi, η τυχαιότητα στον αριθμό συνδέσεων (links) που κατευθύνονταν σε κάθε σελίδα (page) για παράδειγμα, μετατίθετο από την σελίδα την ίδια, σε ένα cluster σελίδων. Όχι Γιάννης, Γιαννάκης δηλαδή. Άσε και που άφηνε απ’ έξω την περίπτωση των σελίδων εκείνων με τον υπερβολικά μεγάλο αριθμό συνδέσεων (links).
Μοντέλο Barabasi: Η κατάσταση άλλαξε άρδην όταν εμφανίστηκε στο προσκήνιο ο συγγραφέας του βιβλίου απ’ όπου δανείστηκα τα στοιχεία, ο Barabasi δηλαδή. Τι έκανε αυτός; Έριξε στο τραπέζι την ρηξικέλευθη ιδέα ότι σχετικά με τον κυβερνοχώρο θα πρέπει να ξεχάσουμε την τόσο προσφιλή ιδέα της δημοκρατικότητας, γιατί το κουμάντο πολύ απλά, το κάνουν μερικές χούφτες mega-κόμβοι ή αλλιώς hubs, οι οποίοι και συγκεντρώνουν ένα τρομακτικό αριθμό συνδέσεων. Ο κυβερνοχώρος λοιπόν όχι μόνο δεν είναι δημοκρατικός αλλά πλησιάζει και προς το ολιγαρχικό μοντέλο οργάνωσης. Η ανακάλυψη λοιπόν της ύπαρξης των hubs ανάγκασε τους επιστήμονες να πούνε πλέον το οριστικό αντίο στην τυχαιότητα, σαν το υπόβαθρο λειτουργίας των δικτύων.
Και ξαφνικά μετά απ’ αυτό, όλοι άρχισαν να βλέπουν hubs παντού. Στο κύτταρο για παράδειγμα το ρόλο του mega-κόμβου τον παίζει το μόριο ΑΤΡ και το νερό, στις τηλεφωνικές γραμμές κάποια νούμερα συγκεντρώνουν έναν τεράστιο αριθμό κλήσεων, κάποιοι άνθρωποι διαθέτουν ένα πολύ μεγάλο αριθμό διασυνδέσεων και αποτελούν κέντρο αναφοράς για όλους εμάς τους υπόλοιπους, κάποιοι συγγραφείς συγκεντρώνουν ένα πολύ μεγάλο αριθμό αναφορών στις εργασίες τους, κ.ο.κ.
Και στο διαδίκτυο, ενώ η απόσταση δυο τυχαίων σελίδων είναι 19 κλικ, η απόσταση μιας όποιας σελίδας από τον mega-κόμβο Yahoo απέχει 2 με 3 κλικ.
Στο web λοιπόν η οργάνωση είναι τέτοια ώστε η μεγάλη πλειοψηφία των σελίδων (pages) να διαθέτει ελάχιστα links, και ταυτόχρονα να συνυπάρχει με ένα ελάχιστο αριθμό σελίδων οι οποίες διαθέτουν υπερβολικά μεγάλο αριθμό links. Παράξενη στ’ αλήθεια κατανομή. Την ίδια ακριβώς συμπεριφορά συναντούμε και εδώ, όσον αφορά την κατανομή του αριθμού συνδέσεων που κατευθύνονται σε μια σελίδα. Οι κατανομές Power-Law χαρακτηρίζονται από παχιές και μακριές ουρές οι οποίες αργούν να μηδενιστούν και οι οποίες κρύβουν όλες αυτές τις σελίδες που μας εντυπωσιάζουν με τα υπέρογκα links που δέχονται.
Δεν είναι καταπληκτικό; Οι κατανομές Power Law δεν δίνουν κάποια χαρακτηριστική μέση τιμή για τα links μιας σελίδας, όπως ακριβώς στις αμμοστιβάδες δεν υπάρχει ένα τυπικό μέγεθος. Αντιθέτως οι συμμετρικές κατανομές τυχαίων μεταβλητών, όπως για παράδειγμα η κωδωνοειδής καμπύλη την οποία ακολουθεί το ύψος των ανθρώπων, δίνουν μια κορυφή η οποία αντιστοιχεί σε ένα μέσο ύψος, το οποίο φυσικά δεν εξαρτάται από το ύψος των άλλων ανθρώπων.
Δεν συμβαίνει όμως και με τα links τα οποία θα δεχτεί μια σελίδα. Από αναλύσεις πραγματικών δικτύων του κυβερνοχώρου έχει βρεθεί, μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται preferential attachment (προνομιακή σύνδεση), ότι ο αριθμός συνδέσεων που κατευθύνονται σε μια σελίδα είναι ανάλογος του αριθμού των ήδη υπαρχόντων διασυνδέσεων. Έτσι η δημιουργία των hubs αποτελεί μια «φυσική» διαδικασία, του ίδιου τύπου με αυτήν που κάνει τους πλούσιους να γίνονται ακόμα πλουσιότεροι. Και η συμπερίληψη αυτής της διαδικασίας στο μοντέλο του Barabasi και των συνεργατών του ήταν το κρίσιμο σημείο που έφερε το μοντέλο τους κοντά στην πραγματικότητα του διαδικτύου, δηλαδή στην δημιουργία mega-κόμβων με μεγάλη επιρροή.
Το υπόβαθρο των κατανομών Power Law, είναι κοινές σε πάρα πολλά και εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους συστήματα, όπως και στην οικονομία με τη μορφή των ξαφνικών και μεγάλων κρίσεων, είναι η δυνατότητα αυτο-οργάνωσης χωρίς την παρέμβαση μιας εξωτερικής αρχής, ιδιότητα που βρίσκεται στον αντίποδα των τυχαίων και χαοτικών συστημάτων.
Πολλά από τα στοιχεία και τις έννοιες που αναπτύχθηκαν στο παρόν κείμενο είναι κοινά και στο πεδίο της οικονομίας. Τα κλασσικά οικονομικά βασίζονται πολύ στην τυχαιότητα των αλληλεπιδράσεων των οικονομικών υποκειμένων και στην ισοτιμία τους, όπως συμβαίνει στα δυο προηγούμενα μοντέλα των Erdős-Rényi και Watts-Strogatz, ενώ η πραγματικότητα της οικονομίας με τα καρτέλ και τα ολιγοπώλια, θυμίζει αρκετά τα hubs του Barabasi με τα φαινόμενα θετικής ανάδρασης που επιδεικνύουν.
19 βαθμοί διαχωρισμού μεταξύ δύο οποιωνδήποτε ιστοσελίδων στο διαδίκτυο
Αν και κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά πόσες ιστοσελίδες υπάρχουν σε ολόκληρο τον παγκόσμιο ιστό αυτή τη στιγμή, οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περισσότερες από 16 δισεκατομμύρια. Παρόλα αυτά, ο Ούγγρος φυσικός Albert-László Barabási βρήκε πως, ακριβώς όπως συμβαίνει και με τους ηθοποιούς του Χόλυγουντ και τον Κέβιν Μπέικον, οι ιστοσελίδες έχουν κι αυτές τους δικούς τους βαθμούς διαχωρισμού. Μόνο που εδώ δεν είναι μόνο 6, αλλά 19.
Τί ακριβώς σημαίνει αυτό; Σύμφωνα με τα ευρήματα του Barabási, μπορείς ξεκινώντας από κάθε μία από τις σελίδες του παγκόσμιου ιστού να βρεθείς σε οποιαδήποτε άλλη με 19 κλικ ή και λιγότερα.
Πιο συγκεκριμένα, στην εξομοίωση του web που δημιούργησε για να κατανοήσει την δομή του, βρήκε ότι από το 1 τρισεκατομμύριο εγγράφων που απαρτίζουν τον παγκόσμιο ιστό, τα 14 δις σελίδων συν τα έγγραφα, εικόνες κ.α. που τις συνθέτουν, η μεγάλη πλειοψηφία είναι ελάχιστα συνδεδεμένη, οδηγώντας ίσως σε μερικές μόνο άλλες σελίδες και έγγραφα.
Κατανεμημένη σε όλο το εύρος του παγκόσμιου ιστού, ωστόσο, βρίσκεται μια μειοψηφία σελίδων που έχουν μεγάλο βαθμό συνδεσιμότητας και χρησιμοποιούνται για την «μετακίνηση» από το ένα σημείο του ιστού στο άλλο. Όπως ίσως ήδη μαντέψατε, τα κομβικά αυτά σημεία δεν είναι άλλα από τις μηχανές αναζήτησης και τους διάφορους διαδικτυακούς καταλόγους. Αυτοί λειτουργούν ως οι «Κέβιν Μπέικον» του διαδικτύου, επιτρέποντάς μας να πλοηγηθούμε από τις περισσότερες περιοχές του ιστού προς τις περισσότερες άλλες μέσα σε λιγότερα από 19 κλικ.
Ο Barabási εξηγεί πως η σύνδεση μεταξύ των σελίδων δεν γίνεται με τυχαίο τρόπο αλλά αντικατοπτρίζει τις κοινότητες που σχηματίζουν οι άνθρωποι τόσο στην online όσο και στην offline ζωή τους: «Οργανώνονται σε μια αλληλοσυνδεμένη ιεραρχία θεμάτων που περιλαμβάνουν τον τόπο, την χώρα και την θεματική περιοχή».
Η ανάλυσή του, μάλιστα, έδειξε πως ανεξάρτητα με το πόσο θα μεγαλώσει στο μέλλον το διαδίκτυο, ο κανόνας των 19 κλικ θα εξακολουθήσει να ισχύει. Θεωρεί, ωστόσο, πως το γεγονός αυτό αποκαλύπτει προβλήματα ασφάλειας του διαδικτύου, αφού αν κάποιος κατάφερνε να αποκόψει έναν σχετικά μικρό αριθμό βασικών κόμβων, θα μπορούσε να καταστήσει αδύνατη την μετακίνηση από τη μία περιοχή του παγκόσμιου ιστού σε μια άλλη.
Φυσικά, αυτοί οι κρίσιμοι κόμβοι αποτελούν μερικά από τα πιο καλά προστατευμένα μέρη του διαδικτύου – παρόλα αυτά, τα ευρήματα δεν παύουν να επισημαίνουν την σημασία που έχουν μερικές σελίδες που βρίσκονται σε θέσεις-κλειδιά.
Six Degrees of Separation
Αποδίδεται στα ελληνικά ως «Έξι βαθμοί διαχωρισμού» ή «Έξι βαθμοί απόστασης» ή «Έξι βήματα απόσταση»
Η απαρχή της θεωρίας αυτής συναντάται στη διατριβή του Michael Gurevich, την οποία εκπόνησε το 1961 στο M.I.T. υπό την επίβλεψη του καθηγητή Ithielde Sola Pool και αφορούσε στη δομή των κοινωνικών δικτύων (Gurevich, M. (1961) The Social Structure of Acquaintanceship Networks, Cambridge, MA: MIT Press). Τα συμπεράσματα της διατριβής αυτής προεκτάθηκαν σε μια μελέτη των de Sola και του μαθηματικού Manfred Kochen, η οποία όμως κυκλοφορούσε μόνο εντός των ακαδημαϊκών κύκλων και παρέμεινε για πολλά χρόνια αδημοσίευτη, εφόσον δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε μια ικανοποιητική εξίσωση που να περιγράφει την πολυπλοκότητα των συνδέσεων που διέπουν την κοινωνία (deSolaPool, Ithiel, Kochen, Manfred (1978-1979) «Contactsandinfluence» Social Networks 1 (1): 5-51) .
Σ’ αυτά τα έργα βασίστηκε ο κοινωνικός ψυχολόγος Στάνλεϊ Mίλγκραμ, ο οποίος διατύπωσε τη θεωρία του «Το πρόβλημα του μικρού κόσμου», το 1967 (Stanley Milgram, «TheSmall World Problem» Psychology Today, 1967, Vol. 2, 60-67). O Mίλγκραμ έστειλε σε δεκάδες ανθρώπους γράμματα με κάποιον άγνωστο παραλήπτη, ο οποίος ζούσε σε άλλη πολιτεία (κι επίσης κάποια στοιχεία όπως τόπος κατοικίας, επάγγελμα, κτλ.), ζητώντας τους να προωθήσουν την επιστολή σε κάποιον που ίσως να βρίσκεται πιο κοντά στο στόχο. Όπως έδειξε το πείραμα, τα γράμματα χρειάστηκε να κάνουν έξι στάσεις – κατά μέσο όρο- πριν φθάσουν στον τελικό τους προορισμό.
Έτσι απέκτησε το όνομά της: Six Degreesof Separation.
Η θεωρία μας λέει πως απέχουμε ένα «βήμα» (βαθμό) από τον κάθε άνθρωπο που γνωρίζουμε
Οι γνωστοί του φίλου μας, τους οποίους δε γνωρίζουμε, έχουν «απόσταση» δύο «βήματα» από μας. Οι γνωστοί αυτών έχουν «απόσταση» τρία «βήματα» κ.ο.κ. Έτσι, όλοι οι άνθρωποι συνδέονται με όλους τους υπόλοιπους με -κατά μέσο όρο- το πολύ έξι βήματα. Αποτελούμε, δηλαδή, όλοι μας ένα δίκτυο με εξαιρετικά μεγάλο πλήθος σταθμών, αλλά και συνδέσμων – σχέσεων αλληλεπίδρασης, έτσι ώστε να μπορείς να ξεκινήσεις από κάπου με κάποιον συγκεκριμένο προορισμό, που μπορείς να φτάσεις με μια διαδρομή για την οποία θα χρειαστεί να «διασχίσεις» το πολύ έξι «σταθμούς» απλώς βρίσκοντας τις κατάλληλες συνδέσεις.
Στην ιδέα αυτή βασίστηκε (εκτός απ’ τον έλεγχο) και η δημιουργία των social networks, τα οποία έχουν γίνει ιδιαίτερα δημοφιλή. Πριν το facebook υπήρχαν διάφορα άλλα, όπως τα Six Degrees, η πρώτη ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης, η οποία λειτούργησε την περίοδο 1997-2001 και το Friendster ή τα Ryze, LinkedIn και Spoke, τα οποία είναι αφιερωμένα στην επαγγελματική δικτύωση, που είναι και το ζητούμενο για τους επαγγελματίες όλων των κλάδων. Τα networks έχουν εξελιχθεί σε μία από τις δημοφιλέστερες μεθόδους δικτύωσης, γνωριμιών και ανεύρεσης εργασίας και χρησιμοποιούνται από εκατομμύρια ανθρώπους. Παράλληλα, ολοένα και περισσότερες εταιρίες καταφεύγουν σε ιστοσελίδες δικτύωσης προκειμένου να προσλάβουν προσωπικό.
Οι εφαρμογές της θεωρίας αυτής, όμως, δε σταματούν εδώ. Ελέγχοντας τη ροή της πληροφορίας μπορείς να βγάλεις διάφορα συμπεράσματα για τον τρόπο που εξελίσσονται οι ιδέες, για την επίδρασή τους, το χρόνο και τη γεωγραφική ή πολιτισμική κατανομή διάδοσης, το βαθμό αποδοχής κ.ά.
Η θεωρία δικτύων, άλλωστε, αποτελεί το σημαντικότερο, ίσως, εργαλείο που χρησιμοποιείται στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Αφορά στην αναπαράσταση της κοινωνικής ζωής με τη μορφή ενός δικτύου με τελείες και γραμμές. Οι τελείες αντιπροσωπεύουν τα άτομα ή τις ομάδες και οι γραμμές τις σχέσεις μεταξύ τους. Έτσι, η ανθρώπινη συμπεριφορά εξηγείται από τον τρόπο που συνδέονται οι άνθρωποι και οι ομάδες μεταξύ τους, παρά από τις συμπεριφορές των ίδιων των ατόμων.
Το μοντέλο αυτό εστιάζει στην αλληλεπίδραση των ανθρωπίνων σχέσεων, δε χρειάζεται να λάβει υπόψη τα δεδομένα των ατόμων, όπως κοινωνική θέση, οικονομική κατάσταση κτλ. και μπορεί να αναδείξει την κοινωνική διαστρωμάτωση μεταβαλλόμενη με το χρόνο, αλλά και με τη σχέση εξουσίας μεταξύ των ατόμων, μελετώντας τις αλλαγές στις σχέσεις των δικτύων. Αυτό που ενδιαφέρει, δηλαδή, είναι ο τρόπος που λειτουργεί το δίκτυο και όχι κάποιο μεμονωμένο άτομο ή ομάδα.
Γνωρίζουμε πως όλοι οι άνθρωποι συνδέονται μ’ έναν τόσο μικρό αριθμό συνδέσμων και μπορείς με τις κατάλληλες επιλογές να βρεθείς πολύ σύντομα με όποιον επιθυμείς, μπορούμε επομένως να φανταστούμε πόσο εύκολα μπορούν τα πάντα να συνδέονται. Ιδέες, νοοτροπίες, κοινωνικές αλλαγές, επιδημίες, οικονομία, ό,τι μπορείτε να φανταστείτε που δημιουργείται ή αλληλεπιδρά με τον ανθρώπινο παράγοντα, όσο μακριά κι αν βρίσκεται, γεωγραφικά, πολιτισμικά, ιδεολογικά ακόμη και χρονικά είναι εν δυνάμει κοντά μας.
Eίναι φυσικό, ειδικά αν δούμε τον κόσμο όπως η θεωρία του Χάους μας τον παρουσιάζει να είναι φρακταλικός, όπου τα πάντα συνδέονται με τα πάντα και σε πάμπολλες πραγματικότητες, χαοτικά και καθόλου τυχαία.
Το πως θα φτάσεις από εδώ που βρίσκεσαι μέχρι τον ιδανικό πελάτη, συνεργάτη ή επενδυτή, σε χωρίζουν μόνο 19 βαθμοί απόστασης, αν μιλάμε για το διαδίκτυο, ή μόλις 6 αν μιλάμε για τον φυσικό κόσμο. Δηλ. μόλις 19 κλικ ή email και μόλις 6 τηλεφωνήματα ή συναντήσεις!
Επικοινώνησε να βρούμε μαζί πως θα τα διαβείς.
  • businesslifegr@gmail.com
  • 690 707070 3 (18:00 – 20:00)
***
@Ηω Αναγνώστου /επενδυτής υψηλού ρίσκου / κάτοχος επιχείρησης
Αναζήτησε τα βιβλία: «Linked: Η νέα επιστήμη των Δικτύων» του μαθηματικού A.L. Barabasi
«Συνδεδεμένοι» των Nicholas Christakis και James Fowler
http://www.businesslife.gr/o-kanonas-ton-19-klik/

Vilfredo Pareto: Πρωτοπόρος κι Αντικρατιστής



«Άριστο Κριτήριο»
Το κατά Pareto κριτήριο 
Είναι εκείνο κατά το οποίο, μία μεταβολή στην τιμή ή στην ποσότητα βελτιώνει τη θέση κάποιου χωρίς όμως παράλληλα να χειροτερεύει τη θέση κάποιου άλλου. Με λίγα λόγια το κατά Pareto κριτήριο μας βεβαιώνει ότι έχουμε βελτίωση της κοινωνικής ευημερίας στο σύνολό της αφού έχουμε την καλυτέρευση ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων χωρίς να χειροτερεύει η θέση κανενός άλλου.
Η αποτελεσματικότητα είναι ένα δεοντολογικό κριτήριο που χρησιμοποιούμε για να αξιολογούμε τις επιδράσεις που έχει η χρήση των πόρων στην ευημερία των ατόμων. Το κριτήριο της αποτελεσματικότητας ικανοποιείται όταν οι πόροι χρησιμοποιούνται, μέσα σε μια ορισμένη χρονική περίοδο, με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι αδύνατο να βελτιωθεί η ευημερία κάποιου ατόμου χωρίς να μειωθεί η ευημερία κάποιου άλλου. Το κριτήριο αυτό διατυπώθηκε από το μεγάλο Ιταλό οικονομολόγο και κοινωνιολόγο Vilfredo Pareto (1848-1923) και είναι γνωστό και ως κριτήριο της αριστοποίησης κατά Pareto. Το κριτήριο αυτό μας διευκολύνει να αποφύγουμε ένα από τα “άλυτα” προβλήματα των οικονομικών της ευημερίας, εκείνο που αναφέρεται στο θέμα της διαπροσωπικής σύγκρισης της ευημερίας.
Το κριτήριο του Pareto χαρακτηρίζεται από έντονο ατομικισμό, αφού μόνο το ίδιο το άτομο μπορεί να κρίνει αν μια κατάσταση είναι “καλλίτερη” ή “χειρότερη”. Εάν κατά τη δική του κρίση, το άτομο είναι καλύτερα, λόγω αναδιανομής πόρων και κανένα άλλο άτομο δεν δηλώνει χειρότερα, τότε λέμε ότι έχουμε βελτίωση κατά Pareto. Η αποδοχή του κριτηρίου αυτού σημαίνει και την αποδοχή μιας σειράς αξιολογικών κρίσεων, όπως αυτές που αναφέρει ο Nath (1969):
1) Το άτομο είναι η βασική μονάδα της οικονομικής ανάλυσης και η ευημερία του εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από το δικό του εισόδημα, το δικό του πλούτο, το δικό του διαθέσιμο χρόνο.
2) Το άτομο είναι ο καλύτερος κριτής της δικής του ευημερίας.
3) Η βελτίωση της θέσης ενός ατόμου είναι αποδεκτή, μόνο όταν η θέση κανενός άλλου ατόμου δεν χειροτερεύει.
Οι πιο πάνω αξιολογικές κρίσεις υποδηλώνουν ότι η κοινωνία μπορεί να αναλυθεί επαρκώς κατά τρόπο μη οργανικό, δηλαδή ως εάν η κοινωνία να είναι απλά και μόνο το άθροισμα των ατόμων που την αποτελούν και τίποτα περισσότερο. Η έννοια του κράτους ως κάτι διαφορετικού από τα άτομα που το αποτελούν δεν αναγνωρίζεται και η ύπαρξη οργανωμένων και πολλές φορές συγκρουόμενων συμφερόντων αγνοείται.
Από τα πιο πάνω γίνεται φανερό ότι ο ορισμός της αποτελεσματικότητας κατά Pareto είναι αρκετά περιοριστικός και πολύ ‘συντηρητικός’, αφού με βάση τον ορισμό αυτό η άσκηση οικονομικής πολιτικής είναι πρακτικά αδύνατη. Παρά τις μεγάλες του αδυναμίες όμως, ο ορισμός αυτός είναι ιδιαίτερα ελκυστικός στους οικονομολόγους και πολύ χρήσιμος, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών.
Η κατά Pareto αποτελεσματικότητα, θεωρείται συνήθως ότι είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση όταν μελετάμε την ευημερία που φέρνει ένας συγκεκριμένος μηχανισμός. Αυτό, γιατί προφανώς και ανεξαρτήτως ιδεολογίας, είναι καλό πρώτα να μεγιστοποιείται η πίτα, πριν καθορίσουμε πώς θα μοιραστεί. Ένας μηχανισμός που αποτυγχάνει να την μεγιστοποιήσει είναι λοιπόν υποδεέστερος ενός μηχανισμού που προσφέρει το μέγιστο αποτέλεσμα με τις δεδομένες πρώτες ύλες.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κατά Pareto αποτελεσματικότητα είναι και επαρκής προϋπόθεση. Σκεφτείτε για παράδειγμα μια οικονομία ανταλλαγής (δηλ. χωρίς παραγωγή) με δύο ανθρώπους και δύο αγαθά. Αν τα αγαθά είναι επιθυμητά και στους δύο ανθρώπους, τότε οι κατά Pareto αποτελεσματικές κατανομές βρίσκονται σε όλα τα σημεία που εφάπτονται ακριβώς οι καμπύλες αδιαφορίας των δυο ανθρώπων. Αυτό σημαίνει ότι και η θέση, στην οποία ο ένας κατέχει όλα τα αγαθά και ο άλλος κανένα, είναι επίσης αποτελεσματική κατά Pareto! Ας σημειωθεί, τέλος, ότι υπάρχουν και άλλες έννοιες αποτελεσματικότητας όπως Χ-αποτελεσματικός, όταν εξαντλούνται τα τεχνικά περιθώρια παραγωγής με τα υλικά που έχουμε.
Πολλές εταιρείες παγκοσμίως, δαπανούν χρήματα προκειμένου να αυξήσουν την παραγωγικότητα των εργαζομένων και οι επιχειρηματίες εργάζονται από το χάραμα μέχρι το σούρουπο προκειμένου να συνεχίσει η επιχείρησή τους την κερδοφόρο και ανοδική πορεία της. Ένας νεαρός επιχειρηματίας από τις ΗΠΑ, όμως, έθεσε σε εφαρμογή τη θεωρία που διδάσκεται στα πανεπιστήμια και ουδέποτε χρησιμοποιείται παρά μόνο για να λυθούν οι ασκήσεις σε ένα διαγώνισμα.
Είναι ιδιοκτήτης μιας επιχείρησης με συμπληρώματα διατροφής για αθλητές με έδρα το San Jose της California και εξυπηρετεί πελάτες σε όλο τον κόσμο. Το αποτέλεσμα, όπως αναφέρει ο ίδιος με άρθρο του στο περιοδικό Fortune Small Business, ήταν εντυπωσιακό. Σύμφωνα με μια απλοϊκή διατύπωση του νόμου του γαλλο-ιταλού κοινωνιολόγου, οικονομολόγου και φιλοσόφου Vilfredo Pareto, το 80% του εισοδήματος σε μια κοινωνία, παράγεται και ανήκει στο 20% του πληθυσμού. Ο νεαρός επιχειρηματίας πήρε τοις μετρητοίς το θεώρημα του Pareto και σύντομα διαπίστωσε ότι από τους 120 πελάτες χονδρικής που εξυπηρετούσε σε όλο τον κόσμο, μόλις 5 πραγματοποιούσαν το 95% του τζίρου του.
Η σοκαριστική αυτή διαπίστωση τον οδήγησε σε απλές και αποτελεσματικές κινήσεις που όπως δηλώνει έχουν αλλάξει τη ζωή του για πάντα. Μια ζωή που μέχρι τότε αναλωνόταν στο σύνολό της σε μια επιχείρηση, χωρίς καθόλου χρόνο για τους οικείους του, χωρίς καθόλου χρόνο για τον εαυτό του και με μεγάλο κίνδυνο για την υγεία του εξαιτίας του άγχους που του προκαλούσε η συνεχής επαφή του με την εργασία του, 15 ώρες την ημέρα, 7 ημέρες την εβδομάδα χωρίς καθόλου άδεια.
Ο ίδιος σταμάτησε να επικοινωνεί με τους πελάτες και να τους πιέζει να παραγγείλουν προϊόντα. Διαπίστωσε ότι οι 5 μεγάλοι πελάτες συνέχισαν τις παραγγελίες κανονικά. Οι υπόλοιποι συνέχισαν επίσης να παραγγέλνουν χωρίς τη δική του πίεση, ενώ μερικοί που παράγγελναν σπάνια σταμάτησαν. Γλίτωσε χρόνο και χρήμα που δαπανούσε για τηλέφωνα και φαξ σε πελάτες σε όλη την υφήλιο. Περιόρισε επίσης την ενασχόλησή του με το αντικείμενο της εργασίας του. Ασχολείται μόνο με σημαντικά θέματα και δεν ενδιαφέρεται να δείχνει πολυάσχολος.
Ενδιαφέρεται να είναι παραγωγικός
Αποφεύγει τα meetings εκτός και αν πρόκειται να λάβει κάποια απόφαση. Ακόμη και τότε ο χρόνος που δαπανά δεν είναι περισσότερος από 30 λεπτά. Αποφάσισε να σταματήσει την εξυπηρέτηση πελατών και να χρησιμοποιήσει τη μέθοδο του outsourcing. Ξαφνικά διαπίστωσε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αιτημάτων (e-mails και τηλέφωνα) αφορούσαν πολύ απλά προβλήματα που όμως του έτρωγαν σημαντικό χρόνο από την ημέρα του. Έδωσε δικαίωμα στην εταιρεία διαχείρισης του customer service να λύνει μόνη της τα προβλήματα που κοστίζουν λιγότερο από $100. Αποτέλεσμα, γλίτωσε περισσότερες από 100 εργατοώρες το μήνα, και οι επιστροφές προϊόντων περιορίστηκαν σε λιγότερο από 3% έναντι 10-15% πριν.
Το ίδιο έκανε και με τα τηλεφωνήματά του ή το e-mail του. Ανέθεσε σε άλλους τη διαχείριση. Με $4-10 την ώρα υπάρχουν εταιρείες με έδρα την Ινδία ή την Ιρλανδία που αναλαμβάνουν τέτοιες εργασίες. Αποτέλεσμα των μεθόδων αυτών -όπως λέει ο ίδιος- είναι να περιορίσει την εργασία του σε τέσσερις ώρες την εβδομάδα έναντι 15 ωρών την ημέρα προηγουμένως. Σταμάτησε να θεωρεί την εργασία του σαν το βασικό κομμάτι της ζωής του. Ασχολείται μόνο με τα σημαντικά πράγματα, χωρίς να χάσει μέρος των εσόδων του. Αντίθετα, έχοντας καθαρό μυαλό και καλή διάθεση λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις και ενεργεί μόνο ως manager. Ούτε τηλεφωνητής, ούτε γραμματέας, ούτε αποθηκάριος. Έτσι ασχολείται με τα υπόλοιπα ενδιαφέροντά του. Επίσης περνά ατέλειωτες ώρες κάνοντας surfing στη Βραζιλία. Επιτέλους, ζει σαν δισεκατομμυριούχος, χωρίς να χρειάζεται να περιμένει τη σύνταξη, απλά εργαζόμενος έξυπνα ΣΗΜΕΡΑ.
sales-pareto-1
Vilfredo Federico Damaso Pareto
Ιταλός μηχανικός, μαθηματικός, οικονομολόγος, κοινωνιολόγος και πολιτικός επιστήμονας, ένας από τους θεωρητικούς ηγέτες της λεγόμενης «Σχολής της Λωζάννης», μέλος της «δεύτερης γενεάς» του Νεοκλασικισμού, εισηγητής τριών πρωτότυπων θεωριών της «Βέλτιστης Ανακατανομής», των «Κοινωνικών Κύκλων» και των «Ελίτ», για τις οποίες όμως, παρά την εκπεφρασμένη αποστροφή του προς όλες τις ιδεολογίες, συκοφαντήθηκε ως «Μαρξ της μπουρζουαζίας» ή «Μαρξ του Φασισμού».
Γεννήθηκε το 1848 ως Βίλφρηντ Φριτς Παρέτο (Wilfried Fritz Pareto), 3ο τέκνο και μοναχογιός του Γενοβέζου πολιτικού εξόριστου στο Παρίσι δημοκράτη μαρκήσιου Ραφαέλε Παρέτο (Raffaele Pareto, 1812 – 1882) και της Γαλλίδας συζύγου του Μαρί Μετενιέ (Marie Metenier) Του έδωσαν γερμανικό όνομα οι γονείς του θέλοντας να τιμήσουν την γερμανική επανάσταση της χρονιάς εκείνης, επτά χρόνια αργότερα όμως (1855), όταν επέστρεψαν στην Ιταλία μαζί με τον υιό τους και τις δύο θυγατέρες τους, το όνομα του υιού τους άλλαξε σε ιταλικό και παρέμεινε έκτοτε Βιλφρέντο Φεντέρικο Παρέτο.
Ο μικρός Παρέτο πήρε πολύ καλή παιδεία τόσο στην Γαλλία όσο και στην Ιταλία και το 1867 αποφοίτησε ως μηχανικός από το εμβρυακό τότε Πολυτεχνείο του Τορίνο «Politecnico di Torino», τότε «Scuola di Applicazione per gli Ingegneri», από όπου και πήρε διδακτορικό (το 1870) με την διατριβή του «Θεμελιώδη αξιώματα της θεωρίας της ελαστικότητας των στερεών σωμάτων» «Principi fondamentali della teoria della elasticità dei corpi solidi e ricerche sulla integrazione delle equazioni differenziali che ne definiscono l’equilibrio». Για αρκετά χρόνια εργάστηκε ως μηχανικός στους ιταλικούς σιδηροδρόμους και μετά ως διευθυντής παραγωγής στην ιδιωτική χαλυβουργία «Società Ferriere d’ Italia» στην Φλωρεντία.
Οικονομολόγος: Εκκινώντας από τις νέες φιλελεύθερες θέσεις του, ασχολήθηκε με την Οικονομία στις αρχές της δεκαετίας του 1880 και το 1886 έγινε λέκτορας Οικονομικών και Διοίκησης Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας («Università degli Studi di Firenze», UNIFI). Μετά από 3 μόλις χρόνια, το 1889, με αφορμή τον θάνατο της μητέρας του (ο πατέρας του είχε πεθάνει το 1882), ο Παρέτο παραιτήθηκε, εγκαταστάθηκε με τον πατρικό τίτλο του μαρκήσιου σε μία βίλλα στο Fiesole, αφιερώθηκε σε βαθιά μελέτη Πολιτικής Οικονομίας και Φιλοσοφίας και νυμφεύθηκε μία πάμφτωχη Ρωσίδα από την Βενετία, την Αλεσαντρίνα Μπακούνιν (Alessandrina ή Dina Bakunin), η οποία όμως, οικονομικά στερημένη όπως ήταν και διψασμένη για «κοινωνική ζωή» σε αντίθεση με τον Παρέτο που όπως κάθε διανοούμενος προτιμούσε την ιδιωτικότητα και την απομόνωση, πολύ σύντομα τον εγκατέλειψε για έναν νεαρό υπηρέτη.
Αντικαθεστωτικός: Λόγω των συχνότατων αντικυβερνητικών άρθρων του και των τακτικών διαλέξεών του σε ένα εργατικό κέντρο, δέχθηκε την επίθεση των αρχών. Παρενοχλήθηκε από την αστυνομία, έγινε στόχος πληρωμένων τραμπούκων, αρκετές διαλέξεις του διακόπηκαν βίαια και καμμία από τις αιτήσεις του να διδάξει δεν έγινε δεκτή. Ο αποκλεισμός του έληξε μόνον όταν γνωρίστηκε με τον οικονομολόγο Μαφέο Πανταλεόνι (Maffeo Pantaleoni, 1857 – 1924) που τον έφερε σε επαφή με την «Νεοκλασική» οικονομική τάση και ιδίως με τον Μαρί Βαλράς (Marie-Esprit-Léon Walras, 1834 – 1910), καθηγητή στο ελβετικό Πανεπιστήμιο της Λωζάννης «Université de Lausanne» και πρώτο εισηγητή της μακρο-οικονομικής «Θεωρίας της Ισορροπίας», «La Τhéorie de l’ Εquilibre Général». Μέσω του Πανταλεόνι, ο Παρέτο άρχισε να κάνει δημοσιεύσεις στο «Giornale degli Εconomisti».
Με μεσολάβηση του Πανταλεόνι διαδέχθηκε το 1893 τον αποχωρήσαντα Βαρλάς στο Τμήμα Πολιτικής Οικονομίας του ελβετικού Πανεπιστήμιου της Λωζάννης («Université de Lausanne»), ξεφεύγοντας έτσι από τη μήνη των ιταλικών αρχών αλλά μη παύοντας να τις ενοχλεί. Οι πολεμικές του Παρέτο εξαπολύονταν τώρα όχι μόνο μέσα από τα μηνιαία άρθρα του στο «Giornale degli Εconomisti», αλλά και μέσα από άλλα ευρωπαϊκά περιοδικά, ενώ μετά τις αιματηρές ταραχές του Μαϊου 1898 στο Μιλάνο, βοήθησε, στεγάζοντας μάλιστα κάποιους στο σπίτι του, αρκετούς συμπατριώτες του πολιτικούς φυγάδες, δημοκράτες, σοσιαλιστές και αναρχικούς. Την ίδια εποχή κατήγγειλε με άρθρα του τον αντισημιτισμό του γαλλικού κράτους στην περιβόητη «υπόθεση Ντρέϋφους».
Στα τέλη του 1898 κληρονόμησε έναν εύπορο θείο του, πράγμα που του επέτρεψε έκτοτε να ζει με μία άνεση την οποία επ’ ουδενί θα μπορούσε να έχει με τον ακαδημαϊκό μισθό του. Έκτισε ένα σπίτι (την Villa Angora) στο Σελινί (Celigny) της Ελβετίας, στο οποίο μετακόμισε με τις πολλές γάτες Αγκύρας που είχε και με την καινούργια του σύντροφο Τζαίην Ρεγκίς (Jane Regis), με την οποία θα έμενε μαζί όλη την υπόλοιπη ζωή του. Παρά την σχεδόν εξεζητημένη καλοπέρασή του, συνέχισε ωστόσο επιμελέστατα να μελετάει (ιδίως τον Herbert Spencer, τον οποίο κατ’ επανάληψη χαιρέτισε ως κορυφή της κοινωνιολογίας) και να συγγράφει.
Αντικρατιστής: Με την μονογραφία του «Un’ applicazione di teorie sociologiche», που δημοσιεύθηκε στην «Rivista Italiana di Sociologia» το 1900, ο Παρέτο αποστασιοποιήθηκε από τον πολιτικό Φιλελευθερισμό, προσχωρώντας στην λεγόμενη «δεύτερη γενεά» της «Νεοκλασικής Επανάστασης» σε συνέχεια των Αντουάν Ωγκιστέν Κουρνό (Antoine Augustin Cournot, 1801 – 1877, που αυτονομοποίησε τα Οικονομικά, αποσπώντας τα από τις πολιτικές και νομικές επιστήμες), Ουϊλιαμ Στάνλεϋ Ντεβόνζ (William Stanley Jevons, 1835 – 1882), Καρλ Μένγκερ (Κarl Menger, 1840 – 1921), Μαρί Βαλράς, κ.ά.
Οι πολιτικές ταραχές της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα είχαν πείσει τον Παρέτο ότι οι δημοκρατικές διεκδικήσεις δεν ήσαν για μία πιο δίκαιη κοινωνία αλλ’ αποτελούσαν το άλλοθι ενός σκληρότατου ανταγωνισμού μεταξύ κάποιων επίδοξων κυβερνητικών ελίτ, που απλώς χρησιμοποιούσαν για λόγους προπαγάνδας την α ή την β ιδεολογική γλώσσα. Για τον απαλλαγμένο από συναισθηματισμούς Παρέτο, όλες οι ιδεολογίες δεν ήσαν τίποτε περισσότερο από χυδαίο εργαλείο διεκδίκησης εξουσίας, συνεπώς, πέρα από τα διαφοροποιημένα τους πρώτα βήματα, όλες οι ιδεολογίες οδηγούσαν στα κατώφλια της εξουσίας. Η ανθρώπινη φύση και κατ’ επέκταση οι ανθρώπινες κοινωνίες μένουν απογοητευτικά αναλλοίωτες μέσα από το πέρασμα των αιώνων, παριστάνοντας απλώς ότι προσανατολίζονται στην Λογική εις βάρος του ζωώδους συναισθήματος, ενώ στην πραγματικότητα ισχύει το ακριβώς αντίθετο.
Το 1902 – 1903 εξέδωσε στο Παρίσι στα γαλλικά (έγραφε με άνεση τόσο στα ιταλικά όσο και στα γαλλικά) το δίτομο έργο του «Τα Κοινωνιστικά Συστήματα» ή «Τα Σοσιαλιστικά Συστήματα», «Les Systemes Socialistes», στο οποίο, παρ’ όλο που δεν ήταν πλέον με την πλευρά του πολιτικού Φιλελευθερισμού, έκανε εκτενέστατη ανάλυση αλλά και μαχητική κριτική στα πολιτικά συστήματα κρατικού παρεμβατισμού (σύμφωνα με τον ιστορικό Henry Stuart Hughes το εν λόγω βιβλίο προκάλεσε «πολλές αϋπνίες» στον Βλαδίμηρο Λένιν). Στο βιβλίο του αυτό ο Παρέτο καταγγέλλει τον Μαρξισμό ως μία κοσμικοφανή πλην όμως κανονική θρησκεία και επισημαίνει την ανορθολογική λειτουργία των μαζών μέσα στην Ιστορία.
Προσπαθώντας να επιτεθεί στην ίδια την Ιδεολογία (δηλαδή σε κάθε οργανωμένη συλλογή πολιτικών ιδεών), διατύπωσε στο ίδιο βιβλίο ακόμα και την ευθραυστότητα του «ανθρωπισμού», χρησιμοποιώντας μάλιστα τον προκλητικό όρο «αυτοκτονικός ανθρωπισμός»: «κάθε ελίτ που είναι ανέτοιμη να πολεμήσει για να υπερασπιστεί την θέση της βρίσκεται σε πλήρη παρακμή και το μόνο που της απομένει είναι να δώσει χώρο σε μία νεότερη ελίτ που διαθέτει τις ζωτικές ποιότητες που η πρώτη στερείται. Δεν είναι παρά καθαρή ονειροπόληση το να πιστεύει κάποιος πως οι ανθρωπιστικές αξίες που ίσως είχε καθιερώσει θα εφαρμοστούν και σε αυτόν: αυτοί που θα τον νικήσουν θα τον διαψεύσουν με την ανηλεή κραυγή “vae victis!” -“ουαί τοις ηττημένοις!”»
Εκείνη ακριβώς την εποχή είχε συλλάβει για πρώτη φορά την ιδέα ότι η κοινωνική και πολιτική συμπεριφορά των ανθρώπων σε πολύ μικρό βαθμό επηρεάζεται από λογικότητα και συνειδητούς σκοπούς, τουναντίον κατά κανόνα υπακούει σε ζωώδη ένστικτα (τα οποία ο Παρέτο αποκαλεί «κατάλοιπα»), όπως λ.χ. το ένστικτο της διατήρησης της αγέλης, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της μέριμνας για κατοχή των αναγκαίων προς την αυτοσυντήρηση κ.λπ. Την άποψη αυτή διατύπωσε για πρώτη φορά το 1900, σε ένα εκτενές άρθρο του στην «Ιταλική Επιθεώρηση της Κοινωνιολογίας» («Rivista Italiana di Sociologia», 1897 – 1923).
«Μακιαβελιστής» Κοινωνιολόγος: Τα αμέσως επόμενα χρόνια βεβαιώθηκε για την βαθύτατη μυωπία των οικονομικών συστημάτων σε ό,τι αφορά την πραγματικότητα των κοινωνιών, και, πάντοτε στα πλαίσια του «Νεοκλασικισμού», προχώρησε στην αναζήτηση μιας γενικής θεωρίας των κοινωνιών. Το 1906 εξέδωσε το «Εγχειρίδιον Πολιτικής Οικονομίας» («Manuale di Economia Politica») και παραιτήθηκε για λόγους υγείας (του εκδηλώθηκε καρδιακή νόσος) από το Πανεπιστήμιο της Λωζάννης, στο οποίο όμως συνέχισε να δίνει περιοδικές διαλέξεις με θέμα τον γνωστό διπλωμάτη των αρχών του 16ου αιώνα Νικολό Μακιαβέλι (Niccolò di Bernardo dei Machiavelli, 1469 – 1527), στις οποίες εξηγούσε την επιστημονική αξία του βιβλίου του τελευταίου «Ο Ηγεμών» («De Principatibus / Il Principe»).
Πάσχοντας επίσης από άγχος και αϋπνία, από τα οποία κατέληγε να περνάει νύχτες ολόκληρες μελετώντας την βιβλιοθήκη του παρέα πάντα με ένα ακριβό κρασί, εξέδωσε μερικά ακόμη βιβλία και το 1916 στην Φλωρεντία την «Πραγματεία της Γενικής Κοινωνιολογίας» («Trattato di Sociologia Generale»). Η σταθερή έκτοτε κατεύθυνση του Παρέτο στην κοινωνιολογική του αναζήτηση ήταν η «κοινωνικο-οικονομική ισορροπία» («equilibrium»), την οποία παρέλαβε από τον προκάτοχό του στο Πανεπιστήμιο της Λωζάννης καθηγητή Μαρί Βαλράς.
Η «Θεωρία της Βέλτιστης Ανακατανομής»
Οι οικονομικοί προβληματισμοί του Παρέτο που αποζητούσε μία «οικονομική επιστήμη της ευημερίας» κινήθηκαν γύρω από την έννοια της «χρησιμότητας» («utility») όχι όμως ως ατομική ή συλλογική ευημερία όπως εν γένει γινόταν έως τότε κατανοητή, αλλά ως οικονομική συμπεριφορά με βάση του τι είναι ισχυρά επιθυμητό υπό την έννοια της προσωπικής «ωφέλειας» («ophelimity») ενός όρου που εισήγαγε για πρώτη φορά το 1896 στον πρώτο τόμο του «Cours d’ économie politique professé à l’ université de Lausanne»: λ.χ. ο μορφινομανής αντλεί «ωφέλεια» από την μορφίνη, δίχως να απολαμβάνει κανενός είδους «ευημερία». Υποστηρίζοντας, πολύ σωστά, ότι είναι ανεπίτρεπτο το να επιδιώκει ένα άτομο ή ομάδα ατόμων την δική τους υλική ικανοποίηση μέσω της μείωσης της υλικής ικανοποίησης άλλων ατόμων ή ομάδων ατόμων, έθεσε στο κέντρο της δικής του θεωρίας την ανάγκη για ύπαρξη και λειτουργία κανόνων δικαίου υπεράνω των ανταγωνιστικών «αγορών» του Φιλελευθερισμού. Στα πλαίσια λοιπόν της πολύ συγκεκριμένης αναζήτησής του, ο Παρέτο ανέπτυξε 2 θεωρήματα ευημερίας, σύμφωνα με τα οποία:
1. Μια κατανομή πόρων θεωρείται όντως αποτελεσματική, όταν δεν υπάρχει άλλη που θα βελτίωνε την θέση ενός ατόμου, δίχως να επιδεινώσει την θέση κάποιου άλλου, και
2. Αποτελεσματική κατανομή πόρων επιτυγχάνεται μόνον μέσω αποκεντρωμένων συστημάτων τιμών και ανταγωνισμού, που υπόκεινται όμως σε σαφείς κανόνες δικαίου.
Από εκεί ο Παρέτο οδηγήθηκε στην «Θεωρία της Βέλτιστης Ανακατανομής» σύμφωνα με την οποία υπάρχει μία μοναδική και συγκεκριμένη αναλογία κατανομής του πλούτου, κάθε απόκλιση από την οποία χειροτερεύει πάντα την θέση κάποιου ή κάποιων μερών, αφού κανένα μέρος δεν μπορεί να αυξήσει τους πόρους ή τον συσσωρευμένο πλούτο του δίχως να αφαιρεθούν ισόποσοι πόροι ή πλούτος από άλλο ή άλλα μέρη. Αφορμή για την θεωρία του ήταν η διαπίστωση που έκανε ο Παρέτο το 1906 ότι το 80% των εκτάσεων της Ιταλίας ανήκε σε μόνον το 20% του πληθυσμού. Η θεωρία της «Βέλτιστης Ανακατανομής» κατευθύνει συνεπώς προς ένα «Άριστο Κριτήριο». Αυτό το περίφημο «κατά Παρέτο κριτήριο» εξασφαλίζει την καλύτερη δυνατή κοινωνική ευημερία, αναζητώντας το σημείο όπου η βελτίωση της οικονομικο-κοινωνικής θέσης ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων γίνεται χωρίς την ίδια ώρα να χειροτερεύει την θέση κάποιου άλλου ή άλλων.
Συγγενής του «Αρίστου Κριτηρίου» είναι επίσης ο «μαθηματικός νόμος του Παρέτο», κατά τον οποίο σε κάθε κατάσταση οι ζωτικοί και ουσιώδεις παράγοντες είναι λίγοι (περίπου 20%), ενώ οι επουσιώδεις πολλοί (περίπου 80%), αυτός δε ο κατά προσέγγιση κανόνας 20/80 ισχύει παντού, από την ανθρώπινη οικονομία (λ.χ. το περίπου 80% των κερδών μιας επιχείρησης προέρχεται από το περίπου 20% των πελατών της) και την οργάνωση (το περίπου 20% των μελών μιας συλλογικότητας παράγουν το περίπου 80% του αποτελέσματος) μέχρι τον φυσικό κόσμο. Με βάση αυτόν τον κανόνα, εάν καταβληθεί το περίπου 20% μιας προσπάθειας προκύπτει το 80% του αποτελέσματος. Από την άλλη, για να προκύψει το υπόλοιπο (εάν κριθεί ουσιώδες) 20% του αποτελέσματος απαιτείται να καταβληθεί το 80% της προσπάθειας που απομένει.
Η «Θεωρία των Κοινωνικών Κύκλων»
Την «Θεωρία των Κοινωνικών Κύκλων» ανέπτυξε ο Παρέτο για πρώτη φορά το 1916 στο δοκίμιό του «Trattato di Sociologia Generale». Σύμφωνα με αυτήν, η πραγματική και διαχρονική κοινωνικοπολιτική σύγκρουση είναι ανάμεσα σε δύο βασικούς τύπους πολιτικών υποκειμένων, δηλαδή ανάμεσα στους ανθρώπους που ενδιαφέρονται να ανακαλύψουν ή να καθιερώσουν νέα δεδομένα («αλεπούδες», που χαρακτηρίζονται από την ευφυϊα και την στρατηγική τους) και σε εκείνους που ενδιαφέρονται να υπερασπιστούν με κάθε μέσο τα ισχύοντα και τα καθιερωμένα («λέοντες», που χαρακτηρίζονται από δύναμη και αποφασιστικότητα). Πολιτική ακινησία υπάρχει όταν οι κυβερνώμενοι είναι «λέοντες» και οι κυβερνώντες είτε «αλεπούδες» είτε «λέοντες». Αστάθεια προκύπτει όταν κάποιοι από τους κυβερνώμενους μεταμορφώνονται σε «αλεπούδες». Εάν οι κρατούντες δεν προλάβουν έγκαιρα να αφομοιώσουν την νέα αυτή μη κυβερνώσα ελίτ, τότε η ανατροπή τους είναι αναπόφευκτη. Υπό αυτή την έννοια, «η Ιστορία είναι ένα απέραντο νεκροταφείο αριστοκρατιών», είτε καθεστωτικών που ανατράπηκαν, είτε επαναστατικών που απέτυχαν να ανατρέψουν.
Αλεπούδες: κυβερνούν προσπαθώντας να πετύχουν συναίνεση, δεν είναι πρόθυμες να καταφύγουν στη βία, είναι έξυπνες και πανούργες, επιχειρηματικές, καλλιτεχνικές-πνευματικές και καινοτόμες. Ο ανθρωπισμός τους σε καιρό κρίσης οδηγεί στο συμβιβασμό και στον πασιφισμό => εξασθένιση καθεστώτος.
Λιοντάρια: δυνατοί, σταθεροί και ακέραιοι άνθρωποι. – Ψυχροί και στερούμενοι φαντασίας είναι πάντα πρόθυμοι να προσφύγουν στη βία για την επιβολή των θέσεών τους ή για την υπεράσπισή τους. – Υπερασπιστές της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων τόσο στο κράτος όσο και στην κοινωνία πολιτών. – Στρατεύονται υπέρ της δημόσιας τάξης, της θρησκείας και της πολιτικής ορθοδοξίας.
Οι ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά των δύο τύπων ελίτ είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα. Η ιστορία είναι η διαδικασία κυκλοφορίας μεταξύ αυτών των δύο τύπων ελίτ. Το ιδεώδες σύστημα διακυβέρνησης θα αντανακλούσε μια ισορροπία δυνάμεων που θα περιείχε χαρακτηριστικά στοιχεία τόσο των «λιονταριών» όσο και των «αλεπούδων».
Ενδιαφέρουσα είναι στο ίδιο βιβλίο η περιγραφή από τον Παρέτο της τέχνης της διακυβέρνησης ως διαχείρισης των ανθρώπινων προκαταλήψεων: «η τέχνη της διακυβέρνησης είναι το να μπορεί να βρίσκει κάποιος τους τρόπους με τους οποίους θα εκμεταλλευθεί τις ανθρώπινες προκαταλήψεις, αντί να ξοδεύεται ο ίδιος στην μάταια προσπάθεια να τις εξαφανίσει, κάτι που κατά κανόνα καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο, δηλαδή να τις γιγαντώσει. Εκείνος που έχει την ικανότητα ν’ απελευθερώσει τον εαυτό του από την τυραννία των δικών του συναισθημάτων, είναι αυτομάτως και ικανός να εκμεταλλευθεί τα συναισθήματα των άλλων υπέρ των δικών του στόχων. Ο καλύτερος πολιτικός, τόσο για την παράταξή του όσο και για τον εαυτό του, είναι ο δίχως προκαταλήψεις άνθρωπος που γνωρίζει πώς να επωφελείται από τις προκαταλήψεις των άλλων».
wilfried-fritz-pareto-theory-of-elites
Η «Θεωρία των Ελίτ»
Ως κοινωνιολόγος και πολιτικός επιστήμονας, ο Παρέτο ανέπτυξε τέλος την «Θεωρία των Ελίτ», που στις αρχές του 20ου αιώνα ύψωσε ισχυρό φράγμα απέναντι στον προελαύνοντα τότε Μαρξισμό, ο οποίος επέμενε να ορίζει την πολιτική ζωή αποκλειστικά ως αντανάκλαση της ταξικής πάλης, με τα πολιτικά κόμματα και τους πολιτικούς ηγέτες να αποτελούν τίποτε περισσότερο από εκπροσώπους ταξικών συμφερόντων. Την πρώτη ανάπτυξη της «Θεωρίας των Ελίτ» έκανε το 1900 σε ένα κείμενό του στην «Rivista Italiana di Sociologia» με τίτλο «Un’ applicazione di teorie sociologiche», που αργότερα μεταφράστηκε στα αγγλικά ως «Η άνοδος και η πτώση των ελίτ» («The Rise and Fall of the Elites»).
Για τον Παρέτο, η πολιτική ζωή στην ιστορική διαχρονία δεν είναι παρά ακατάπαυστη σύγκρουση ανάμεσα σε διάφορες ελίτ, που όμως δεν είναι κληρονομικές αλλά μέλη τους μπορούν να γίνουν άνθρωποι προερχόμενοι από όλες τις τάξεις και τα στρώματα της κοινωνίας. Οι ελίτ δεν είναι εκτροπές του πολιτικού σχήματος αλλά αναγκαίες για την αποτελεσματική λειτουργία κάθε κοινωνικής οργάνωσης, πηγάζουσες από αυτή την ίδια την ανθρώπινη φύση και άρα κοινωνικά και πολιτικά αναπόφευκτες. Οι άνθρωποι πάντοτε διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την δύναμη, την ευφυϊα, την έμπνευση και την ηθική συγκρότηση, δημιουργώντας έτσι διάφορους τύπους ελίτ, διαφορετικού είδους η κάθε μία.
Πολιτική ελίτ συγκροτείται αυτομάτως άπαξ και κάποιοι άνθρωποι διαθέτουν τις ικανότητες που αναγνωρίζει και επιβραβεύει η εκάστοτε μορφή κοινωνίας, ακόμη και αρνητικές, όπως λ.χ. την διαφθορά σε μία διεφθαρμένη κοινωνία. Για τον Παρέτο, η ιδιαίτερη φύση και τα επιτεύγματα της κάθε κοινωνίας είναι ουσιαστικά η ιδιαίτερη φύση και τα επιτεύγματα της ελίτ της. Ομοίως, το παρελθόν της απλώς αντανακλά την ιστορία της ελίτ της, το δε μέλλον της είναι προδιαγεγραμμένο σύμφωνα με τις επιδιώξεις, δυνατότητες και επιλογές της ελίτ της.
Η ελίτ αποτελεί αντίπαλο της μάζας, δίχως όμως ευθεία σύγκρουση ανάμεσα στις δύο πλευρές, επειδή η κατανομή των ιδιοτήτων είναι συνεχής, σε μία ομαλή καμπύλη, όμοια με την κατανομή του πλούτου. Διάδοχοι του Παρέτο στην «Θεωρία των Ελίτ», την οποία βεβαίως συμπλήρωσαν ή διαφοροποίησαν, υπήρξαν οι Γκαετάνο Μόσκα (Gaetano Mosca, 1858 – 1941) και Ρομπέρτο Μιχέλς (Roberto Michels, 1876 – 1936).
«Ο Νίτσε της Κοινωνιολογίας»
Ανενδοίαστα ο Παρέτο έδειχνε τις επιρροές του από την κοινωνιολογία του Κάρολου Μαρξ (του οποίου όμως απέρριπτε, όπως είδαμε παραπάνω, την βασισμένη στον «ιστορικό υλισμό» οικονομική θεωρία), την πολιτική θεωρία του Νικολό Μακιαβέλι και τις ιδέες του Γάλλου φιλοσόφου και ιδρυτή του Αναρχοσυνδικαλισμού Ζωρζ Σορέλ (Georges Eugène Sorel, 1847 – 1922, στενό του φίλο όπως αποδεικνύει η μεταξύ τους αλληλογραφία την οποία δημοσίευσε ο De Rosa). Την προσωπικότητα και το έργο του Σορέλ είχε εκθειάσει με μακρό κείμενό του σε ένα αφιέρωμα της επιθεώρησης «Φιλελεύθερη Επανάσταση» («La Rivoluzione Liberale») στις 14 Δεκεμβρίου 1922.
«Κάθε λαός που τρέμει το αίμα σε τέτοιο σημείο, ώστε να μην γνωρίζει πώς να υπερασπισθεί τον εαυτό του, αργά ή γρήγορα θα γίνει το θήραμα ενός πολεμοχαρούς λαού ή κάποιου άλλου. Ίσως δεν υπάρχει ούτε καν ένα μέτρο γης πάνω στην υφήλιο, που να μην έχει κατακτηθεί με το σπαθί κάποια στιγμή και να μην το έχει διατηρήσει με την δύναμη ο λαός που το κατέχει», έγραψε ο Παρέτο στα πλαίσια των γενικότερων θέσεών του ότι την Ιστορία διαμορφώνουν κατά κανόνα οι μη λογικές δυνάμεις και ότι αποτελεί αναγκαιότητα η αντιμετώπιση της βίας με βία. Αυτές οι θέσεις του έκαναν κάποιους να τον θεωρήσουν διάδοχο του Φρειδερίκου Νίτσε (Friedrich Wilhelm Nietzsche, 1844 – 1900), ενώ «Νίτσε της κοινωνιολογίας» ήταν ο τίτλος που του απένειμε το 1927 σε άρθρο του στο «Archiv für Sozialwissenschaft und Sozialpolitik» ο γνωστός Τσέχος πολιτικός επιστήμονας Όττο Ζίγκλερ (Heinz Otto Ziegler, 1903 – 1944).
Ιδεολογική Περιθωριοποίηση
Εχθρός όλων των πολιτικών ιδεολογιών, ο Παρέτο απέφυγε συστηματικά να προτείνει «τι πρέπει να γίνεται», περιοριζόμενος ως πολιτικός επιστήμονας και όχι πολιτικός στο να αναλύει «αυτό που ήδη γίνεται», δηλαδή στην ιστορική πραγματικότητα. Παρά το ότι σαφώς αναγνώριζε τις αξίες της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, αντιμετώπιζε απροκάλυπτα και ανενδοίαστα ως απάτες ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ως ανόητες ονειροπολήσεις όλες τις πολιτικές προσδοκίες που αναφέρονταν ή στηρίζονταν στις ανθρώπινες μάζες. Αυτή η απομάκρυνσή του από τον ισοπεδωτισμό στον οποίο είχε παγιδευτεί το δημοκρατικό κίνημα ήδη από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, τον έκανε εύκολο στόχο ώστε μετά από τον θάνατό του να επιχειρηθεί η ιδεολογική του περιθωριοποίηση, με χαρακτηρισμούς όπως «Κάρλ Μαρξ της Μπουρζουαζίας», αλλά και «Μαρξ του Φασισμού» (στο αμερικανικό «Economic Forum», 1933).
Για τον δεύτερο χαρακτηρισμό έγινε εκμετάλλευση του γεγονότος ότι ένθερμος θαυμαστής του Παρέτο δήλωνε ο Μπενίτο Μουσολίνι (Benito Amilcare Andrea Mussolini, 1883 – 1945), ο οποίος είχε παρακολουθήσει παλαιότερα δύο διαλέξεις για τον Μακιαβέλι και τελικά, ενώ ετοίμαζε την «πορεία» του προς την Ρώμη, του προσέφερε το 1923 μία τιμητική θέση στην Γερουσία και τον προσκάλεσε να γράφει στο προσωπικό περιοδικό του Μουσολίνι «Γεραρχία» («Gerarchia»). Ο Παρέτο, που είχε διαμαρτυρηθεί όταν οι φασίστες κατήργησαν την ελευθερία έκφρασης στα ιταλικά πανεπιστήμια, δενδέχθηκε τις θέσεις και λίγους μήνες αργότερα, στις 19 Αυγούστου 1923, πέθανε στην Γενεύη σε ηλικία 75 ετών.
Οι διάφοροι θεωρητικοί του ιταλικού Φασισμού εξακολούθησαν ωστόσο και μετά τον θάνατό του να του αποδίδουν τις πηγές της δικής τους ιδεολογίας, παρά το ότι κατά κανόνα δήλωναν παράλληλα ότι ο ίδιος δεν ήταν φασίστας (αντίθετα άλλωστε από αυτό που η άγνοια κάνει τους πολλούς σήμερα να πιστεύουν, ο ελιτισμός ήταν όλως απεχθής για το μουσολινικό καθεστώς, που τον εκλάμβανε ως «σνομπισμό», πλήρως ασυμβίβαστος με τον λαϊκό / μαζικό προσανατολισμό του Φασισμού). Αντίθετα, οι «αντιφασίστες», κυρίως Αμερικανοί, επέμειναν στο να χαρίζουν ανενδοίαστα τον Παρέτο στον Φασισμό, βλέποντας στην προσπάθειά του με μία επιστολή προς τον Μουσολίνι να αποτρέψει τον διωγμό ανθρώπων μόνο και μόνο για τις ιδέες τους, προτροπή σε πάταξη των στην πράξη αντιστασιακών «αφήστε τα κοράκια να κρώζουν, μπορείτε να είστε ανηλεείς μόνον όταν πρόκειται για πράξεις».
O εισηγητής πάντως της θεωρίας της «κοινωνικής κινητικότητας» Πιτιρίμ Σορόκιν (Pitirim Alexandrovich Sorokin, 1889 – 1968) τον κατέταξε ανενδοίαστα στους τρεις μεγαλύτερους κοινωνιολόγους του καιρού του μαζί με τους Μαξ Βέμπερ (Max Weber, 1864 – 1920) και Εμίλ Ντύρκχαϊμ (David Émile Durkheim, 1858 – 1917), ενώ το 1936 το έργο του επαινέθηκε από τον μετέπειτα πρόεδρο της «Αριστοτελικής Εταιρείας» Ρωσοεβραίο Μόρις Γκίνσμπεργκ (Morris Ginsberg, 1889 – 1970) στην αγγλική «Κοινωνιολογική Επιθεώρηση» («The Sociological Review», στο άρθρο «The Sociology of Pareto») και επίσης έτυχε θερμής υποδοχής από το αμερικανικό κοινό όταν η «Saturday Review» του αφιέρωσε την ίδια χρονιά ένα ολόκληρο τεύχος της. Λίγα χρόνια μετά όμως, στην διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου, το κλίμα είχε αλλάξει εντελώς και ο Παρέτο αντιμετωπιζόταν τώρα ως κύριος θεωρητικός του εχθρού και φυσικά ως … «φασίστας».
Από το 1964 έως το 2005 ο Giovanni Busino επιμελήθηκε στην Γενεύη την έκδοση των «Απάντων» του Παρέτο σε 32 τόμους με τίτλο «Oeuvres complètes de Vilfredo Pareto», ενώ ο Τζέφρι Μίτσελ παραδέχθηκε το 1968 στο «A Hundred Years of Sociology» (σελ. 115) πως «δεν είναι δυνατόν να γράψει κανείς την Ιστορία της Κοινωνιολογίας χωρίς ν’ αναφερθεί στον Παρέτο».
Βιβλιογραφία: Ραϋμόν Αρόν, «Η εξέλιξη της κοινωνιολογικής σκέψης – Ντυρκέμ, Παρέτο, Βέμπερ», Αθήνα, 1984.  Ο Ραϋμόν Αρόν (Raymond Aron) ήταν Γάλλος φιλόσοφος, κοινωνιολόγος και δημοσιολόγος που στις μεταπολεμικές κοινωνιολογικές του μελέτες ασχολήθηκε κυρίως με την ανάλυση της σύγχρονης τεχνοκρατικής κοινωνίας και άσκησε έντονη κριτική στον Μαρξισμό: «Το όπιο των διανοουμένων» (L’ Opium des intellectuels) 1955.
@Ηω Αναγνώστου /επενδυτής υψηλού ρίσκου / 2010
http://www.businesslife.gr/vilfredo-pareto-protoporos-ki-antikratistis/