Translate

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Μάι 182013
 
santiago-caruso-steal
Η ανάγκη συλλογικής επίλυσης του προβλήματος οικονομίας- εθνικής επιβίωσης προσκρούει, θεωρεί, σε ανυπέρβλητα εμπόδια, τον παρασιτικό καταναλωτισμό, την «κλαδική» νοοτροπία και τη χαμηλότατη ποιότητα του «πολιτικού κόσμου» που μη διακρινόμενος ουσιωδώς από τον «λαό» επιβάλλει οικονομίες μόνο σε όσους δεν διαθέτουν ισχυρά μέσα εκβιασμού υπό «τον φόβο εξέγερσης των ισχυρών ομάδων της πελατείας.
Οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων επανέφεραν τις απόψεις του Παναγιώτη Κονδύλη για την ελληνική περίπτωση στο προσκήνιο. Αν εξαιρέσουμε την προχειρόλογη απόρριψή τους, εύκολα μπορεί να υποστηριχτεί ότι ο Κονδύλης θεωρήθηκε προφήτης της κρίσης: όλες οι ιδεολογικές τάσεις «κατασκεύασαν» τον «αληθινό» Κονδύλη, αυτοαναγορεύτηκαν σε αντιπροσώπους του και αποσύρθηκαν από τη σκηνή αφήνοντάς τον να μιλάει για λογαριασμό τους, επιδιώκοντας την «εξημέρωση» ενός δύσπεπτου στοχαστή. Αντί αυτού, στα όρια του παρόντος κειμένου και με αφετηρία τα όσα έγραψε για την ελληνική νεωτερικότητα, επιχειρούμε να πραγματευτούμε κριτικά τις αντινομικές και ενδιαφέρουσες θέσεις του.
Βασισμένος στην πρωτότυπη ερμηνεία του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, ο Κονδύλης πραγματεύθηκε τον Νεοελληνικό όχι ταυτίζοντάς τον με το «δυτικό υπόδειγμα» ή προσεγγίζοντάς τον με βάση το σχήμα κέντρο-περιφέρεια. Ούτε, όμως, τον υποτίμησε στο όνομα κάποιας «ιδιοπροσωπίας». Διακρίνοντας μεταξύ φιλοσοφικού επιπέδου και ιστορικού ρόλου του κινήματος, τόνισε τόσο την ποσοτική/ποιοτική ατροφία του πρώτου, όσο και την πολεμική λειτουργία του δεύτερου στο δυσχερές πλαίσιο της «καθ’ ημάς Ανατολής». Δεν απάντησε, όμως, στο ερώτημα γιατί να τύχει σφοδρής αντίδρασης ένα τόσο «ελλειμματικό» κίνημα, κάτι που μάλλον κάνει πιο εύστοχα ο Π. Κιτρομηλίδης.
Σε συνάφεια με τα προηγούμενα προσέγγισε τον ελληνοκεντρισμό, κεντρικό άξονα της νεοελληνικής ιδεολογίας, υποστηρίζοντας ότι τόσο η κλασικιστική/ανθρωπιστική εκδοχή του, όσο και η πατριαρχική/εκκλησιαστική μεθερμηνεία του με τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό και την τρισχιλιετή συνέχεια, αποτελούν απότοκα εξωελλαδικών εξελίξεων: στην πρώτη περίπτωση, η πολεμική επίκληση του αρχαιοελληνικού «παραδείγματος» από αναγεννησιακούς ανθρωπιστές και διαφωτιστές ενάντια στις αξιώσεις Εκκλησίας/μοναρχίας νομιμοποίησε τους –ανυπόστατους τονίζει ο Κονδύλης τοποθετώντας με σαφήνεια την ελληνική εθνογένεση στο πλαίσιο των ενδοβαλκανικών ανταγωνισμών– ισχυρισμούς των Ελλήνων διαφωτιστών ότι εκείνοι και οι ομοεθνείς τους ήταν απόγονοι των αρχαίων, στη δεύτερη η Παλινόρθωση και η αντεπανάσταση.
5356_489820644411702_264556324_n
Μελετώντας τη συνύφανση ιδεών και ευρύτερων μετασχηματισμών, ο Κονδύλης δεν εγκλωβιζόταν σε a priori σχηματοποιήσεις. οι κρίσεις του για τον ρόλο της Εκκλησίας στη νεοελληνική ιστορία και το γλωσσικό ζήτημα είναι χαρακτηριστικές. Προκαλεί, ωστόσο, έκπληξη ότι ένας στοχαστής με δεδομένη ιστορική λεπταισθησία ερμήνευσε τη συγκρότηση κράτους, αστικής τάξης και κοινοβουλευτικού πολιτεύματος στην Ελλάδα βάσει του ανιστορικού σχήματος «πρόοδος/εκσυγχρονισμός–καθυστέρηση/εξάρτηση», αδιαφορώντας για τον δυναμικό χαρακτήρα της νεωτερικότητας και υποστασιοποιώντας «δυτικό υπόδειγμα» και «ελληνική ιδιαιτερότητα» αντίστοιχα, ενάντια σε δικές του παραδοχές. Αντιπαραθέτοντας τον ιδεότυπο της αστικής τάξης στην ελληνική, εξήγαγε συντριπτικά υποτιμητικά συμπεράσματα, μιλώντας αδιαφοροποίητα για καχεξία του αστικού στοιχείου στην Ελλάδα. Χαρακτήριζε δε, τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό του 19ου αιώνα νόθο, εισηγούμενος μια οριενταλιστική υπερερμηνεία κάθε «παθογένειας» που συνοδεύει έκτοτε το ελληνικό έθνος-κράτος. Στον αντίποδα, είναι το έργο του Gunnar Hering που αναδεικνύει την υψηλή ποιότητα του κοινοβουλευτισμού του 19ου αι., απορρίπτοντας διαδεδομένους μύθους ότι τα ελληνικά κόμματα αποτελούσαν σχεδόν αποκλειστικά πελατειακούς μηχανισμούς, πράκτορες ξένων συμφερόντων και μηχανισμούς επιβολής της αρχηγικής εξουσίας.
Περνώντας στον 20ό αιώνα, οι κρίσεις του για την ελληνική νεωτερικότητα προσδιορίζονται από τρεις παραμέτρους. Η πρώτη αφορά στη σαφή ένταξή της στο διεθνές πλαίσιο. Στη δεύτερη –μελέτη ιδεολογικών συγκρούσεων/γενικότερων μετασχηματισμών– οφείλουμε αναφορές στις ποικίλες οικειοποιήσεις αρχαίου ελληνισμού-χριστιανισμού, τους αντικαπιταλιστικούς τόπους του πρώτου μισού του αιώνα και τις μεταπολεμικές εξελίξεις όπου εφαρμόζεται το σχήμα κατανόησης του 19ου αιώνα. Οι εκτιμήσεις του προκαλούν, παρά τις αντινομίες τους, σοβαρούς προβληματισμούς είτε αφορούν στη συγκρότηση και χαμηλή ποιότητα του μεταπολεμικού αστισμού, είτε στις κοινωνικοπολιτισμικές συνέπειες της μεταπολεμικής νεοελληνικής ένταξης στη διεθνή καπιταλιστική οικονομία: μιμητικός καταναλωτισμός, πολιτισμική ομογενοποίηση, πρόταξη της αδιαφόριστης έννοιας «λαός» από δεξιά και αριστερά, λαϊκισμός όχι μόνο των κομμάτων εξουσίας, δημαγωγία και, τελικά, εκποίηση της χώρας.
Η τρίτη, με την πεποίθηση ότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης το έθνος-κράτος παραμένει η βασική μονάδα πολιτικής συνομάδωσης που εγγυάται την επιβίωση συγκεκριμένων ανθρώπων, ασχέτως του αν αυτή η λειτουργία επικαλύπτεται από μύθους. Η συγκεκριμένη πεποίθηση δεν στοχεύει στην εξιδανίκευση του έθνους, αλλά προκύπτει από τον εντοπισμό, όπως αποφαίνεται, των βαθύτερων τάσεων της τρέχουσας πλανητικής συγκυρίας. Στο φως του, η ελληνική συνθήκη χαρακτηρίζεται αποκαρδιωτική, συμπυκνωμένη στο δίπτυχο γεωπολιτική συρρίκνωση/«παρασιτικός καταναλωτισμός». Ο δεύτερος όρος, απαλλαγμένος ηθικολογικών φορτίσεων, συνοψίζει την τρέχουσα κατάσταση της Ελλάδας, η οποία αδυνατώντας να παράγει όσα (επιθυμεί να) καταναλώνει, δανείζεται για να ικανοποιήσει υπερβολικές ανάγκες, υποθηκεύοντας και εκποιώντας πόρους. Ο Κονδύλης επιμένει στις ενδογενείς αιτίες αυτής της εξέλιξης και στις χρόνιες αδυναμίες του πολιτικού συστήματος. παρατηρεί ότι οι αναπόφευκτα ερχόμενοι εξευτελισμοί δεν αντιμετωπίζονται με ευθυκρισία, αλλά με απωθητικούς/αντισταθμιστικούς μηχανισμούς: εξύμνηση αρχαίας καταγωγής, πατριωτικές εξάρσεις και αμφιθυμία.
Οι κυρίαρχες στην ακαδημαϊκή/πολιτική σκηνή ιδεολογίες –ο παραδοσιολατρικός ελληνοκεντρισμός/εθνικισμός, ο φιλελεύθερος/οικονομιστικός ευρωπαϊσμός και η αριστερή/οικουμενιστική εκδοχή του τελευταίου– κρίνονται ανίκανες να ανταποκριθούν στις περιστάσεις, καθώς μπλεγμένες σε μεταφυσικές αυταπάτες αδιαφορούν για το μόνο εκσυγχρονιστικό στοιχείο, τον σε βάθος διάλογο για τη διαμόρφωση εθνικής στρατηγικής. Οι ευρύτερες μάζες δε, επισημαίνει, εφηύραν έναν ιδιαίτερο δρόμο επιβίωσης: περιφορά γαλανόλευκων ρακών όποτε το απαιτεί η περίσταση και επινόηση παντοειδών τρόπων αποφυγής των υποχρεώσεών τους. Ποια είναι η ενδεδειγμένη λύση; Ο ελληνισμός χρειάζεται να τρώει όσα παράγει, ειδάλλως μοίρα του είναι η καταχρέωση και η εξάρτηση. Τούτο απαιτεί γενναία παραγωγική προσπάθεια, προηγμένη τεχνογνωσία, ριζική θεσμική εξυγίανση και εντελώς διαφορετικό εκπαιδευτικό σύστημα. Εντούτοις, η ανάγκη συλλογικής επίλυσης του προβλήματος οικονομίας-εθνικής επιβίωσης προσκρούει, θεωρεί, σε ανυπέρβλητα εμπόδια, τον παρασιτικό καταναλωτισμό, την «κλαδική» νοοτροπία και τη χαμηλότατη ποιότητα του «πολιτικού κόσμου» που μη διακρινόμενος ουσιωδώς από τον «λαό» επιβάλλει οικονομίες μόνο σε όσους δεν διαθέτουν ισχυρά μέσα εκβιασμού υπό «τον φόβο εξέγερσης των ισχυρών ομάδων της πελατείας».
Αντί επιλόγου: εκκινώντας από υλιστικές αφετηρίες, ο Π. Κονδύλης μελέτησε τη συνύφανση ιδεών-κοινωνικοπολιτικών μετασχηματισμών, καθιστώντας πρόσφατες διαμάχες περί «ελληνικότητας» φλυαρίες. Οι γόνιμες διαισθήσεις του είναι πολύτιμες για τον μελετητή της νεοελληνικής ιδεολογίας και νεωτερικότητας. Οι θέσεις του δεν αποτελούν θέσφατα. ούτε όμως η αποσιώπηση, ο παραμερισμός και η επιλεκτική οικειοποίηση τούς αξίζει.
 ……………………………………………………..
   Του Βασίλη Μπογιατζή - Δρ ΕΜΠ/ΕΚΠΑ, εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση
  AΦΙΕΡΩΜΑ/ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ της Εφημερίδας των Συντακτών
Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Πως η... Deutsche Bank χρηματοδότησε την γενοκτονία των Ποντίων!
Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 18 Μαίου 2013 08:10
 
Πως η... Deutsche Bank χρηματοδότησε την γενοκτονία των Ποντίων! facebook share
Στο «άδυτα» της γερμανικής πολιτικής των αρχών του 20ου αιώνα, που κατέληξε στην εθνική τραγωδία!

Σπάνια παρασκήνια από την εποχή της γενοκτονίας των Ποντίων και ό,τι προηγήθηκε ιστορικά φέρνουν σήμερα στο φως τα "Παραπολιτικά". Τα τέλη του 19ου αιώνα και οι αρχές του 20ου, ήταν μια περίοδος όπου Γερμανία και Τουρκία , είχαν έρθει πολύ κοντά, με τους Γερμανούς και τον τότε «Κάιζερ» Γουλιέλμο τον Β' , να επιδιώκει και τελικά να πετυχαίνει την διείσδυση στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω της Τουρκίας.

Οι συγκρίσεις με το σήμερα, όπως γράφουν τα Παραπολιτικά, είναι αναπόφευκτες καθώς το τελευταίο διάστημα οι σχέσεις των δύο χωρών γνωρίζουν ξανά άνθιση , με την Μέρκελ να δείχνει πως θέλει να αντιγράψει το στρατηγικό μοντέλο του προκατόχου της, με το οποίο η Γερμανία βρήκε πάτημα στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, σε έναν ζωτικό γεωστρατηγικό χώρο, όπως είναι αυτός της Μεσογείου, αλλάζοντας άρδην τις ισορροπίες στην περιοχή.

Μια πρώτη γεύση των γερμανικών προθέσεων φάνηκε με την επίσκεψη της Μέρκελ τον Μάρτιο που μας πέρασε στην Άγκυρα, όπου η γερμανίδα πολιτικός «έκλεισε» το μάτι στην Τουρκία, κάνοντας λόγο για την ευρωπαική προοτπική της χώρας.

Η προσέγγιση Γερμανίας-Τουρκίας

Η επίσκεψη αυτή δεν ήταν το μόνο δείγμα , που προδίδει τα γερμανικά σχέδια. Λίγο νωρίτερα ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Γκίντο Βεστερβέλε σε συνάντηση που είχε με τον τούρκο ομόλογό του Αχμέτ Νταβούτογλου δήλωνε με νόημα : «Η Τουρκία μπορεί κάλλιστα να αναλάβει έναν ρόλο που θα αποτελεί γέφυρα για την Ανατολή και τη Δύση", αδειάζοντας ουσιαστικά την Ελλάδα, ενώ την ίδια περίοδο ο γερμανικός τύπος χαρακτήριζε τον Ερντογάν χαρισματικό ηγέτη» και την Τουρκία «ανερχόμενη δύναμη του Βοσπόρου».

Η έρευνα από ιστορικές πηγές της εποχής είναι αποκαλυπτική και δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε αναπόφευκτες συγκρίσεις. Τον περασμένο Απρίλιο εξάλλου, μετά την επίσκεψη της Μέρκελ στην Τουρκία, οι δύο χώρες, έκαναν συμφωνία συμπαραγωγής τεθωρακισμένων Leopard με τη συμμετοχή τούρκων μηχανικών. Είχαν προηγηθεί μεγάλες γερμανικές επενδύσεις στις τηλεπικοινωνίες και την πληροφορική, κάτι που είχε αποκαλύψει και ο Ρέσλερ στα πλαίσια του γερμανοτουρκικού φόρουμ για την ένεργεια τον Απρίλιο που μας πέρασε. «Διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν τεράστιες προοπτικές στην Τουρκία, ειδικά στον ενεργειακό τομέα».

Οι Βαθιές ρίζες της γερμανοτουρκικής φιλίας

Η προσπάθεια διείσδυσης της Γερμανίας στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω της Τουρκίας ξεκίνησε ήδη από το 1867, όταν ιδρύεται στην Τουρκία σχολή διδασκαλίας της γερμανικής γλώσσας. Αργότερα κυκλοφορεί στη Γερμανία βιβλίο - οδηγός «Η Μικρά Ασία πεδίο γερμανικού εποικισμού». Ο τότε «Κάιζερ», όπως έμεινε στην ιστορία, επισκέπτεται την Κωνσταντινούπολη και έχει θερμή συνάντηση με τον Σουλτάνο τον οποίο χαρακτηρίζει ως «φίλο», ενώ μοιράζει εκατοντάδες παράσημα στους τούρκους αξιωματούχου. Η στρατηγική της Γερμανίας αρχίζει και ξεδιπλώνεται σε οικονομικό επίπεδο, αρχής γενομένης από την μεγάλη δύναμη της εποχής, τους σιδηρόδρομους. Τα μεγάλα deal αρχίζουν, με την Τουρκία να αρχίζει να μεταβάλλεται σε γερμανικό προτεκτοράτο.

Οι Γερμανοί πολύ σύντομα θα ελέγχουν πλέον όλο σχεδόν το σιδηροδρομικό δίκτυο.Σε βιβλίο της εποχής, γερμανού περιηγητή διατυπώνεται με σαφήνεια η άποψη πως «Η Τουρκία θα ζήσει διά της Γερμανίας». Όλα αυτά περιγράφονται αναλυτικά στο από τον Μιχαήλ Ροδά, διευθυντή τότε του γραφείου τύπου της Ύπατης Αρμοστείας της Σμύρνης, που έζησε όλα τα γεγονότα και γράφει χαρακτηριστικά για την συνάντηση του Κάιζερ με τον Σουλτάνο και σημειώνει με νόημα πως «κολακεύτηκε υπερβολικά από την φιλία του Γερμανού».

Το τραπεζικό deal και η ίδρυση της Deutsche Bank

Οι Γερμανοί δεν σταμάτησαν στους σιδηρόδρομους. Θέλοντας να «μπουν» στο τραπεζοπιστωτικό σύστημα της περιοχής κάνουν τις απαραίτητες κινήσεις.Το 1904 φτάνει στην Ελλάδα εκπρόσωπος της Εθνικής Τράπεζας της Γερμανίας και πείθει τον τότε διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Στέφανο Στρέιτ να ιδρύσουν από κοινού, την Τράπεζα της Ανατολής. Βασικός όρος της συμφωνίας, η πλειοψηφία στο Συμβούλιο θα ήταν ελληνική. Η συμφωνία υλοποιήθηκε και η πρωτοφανής ανάπτυξη της τράπεζας , αφού το ελληνικό εμπόριο ήκμαζε, οδηγεί σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Εκεί οι Γερμανοί φαίνεται πως βρήκαν την κατάλληλη ευκαιρία και αθέτησαν την αρχική συμφωνία ζητώντας την πλειοψηφία στο συμβούλιο. Η ρήξη ήλθε , κάτι που δεν φαίνεται να πείραξε ιδιαίτερα τον «μεγάλο» Κάιζερ , που ήδη είχε μπει στο παιχνίδι της περιοχής και ήλεγχε το τραπεζικό σύστημα της Αιγύπτου και όλης της Τουρκίας. Η ίδρυση της «νέας» τράπεζας ήταν γεγονός, αφού τότε γεννήθηκε η περίφημη Deutsche Bank, με τα αρχικά ελληνικά αρχικά κεφάλαια, η οποία ανοίγει μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα 200 (!) υποκαταστήματα και αρχίζει να προσφέρει άφθονο χρήμα για επενδύσεις στην Τουρκία. Παράλληλα σε όλη την Τουρκία γίνεται μποικατάζ στα ελληνικά προίόντα και το ελληνικό εμπόριο που γνώριζε άνθιση διώκεται.

Την γενοκτονία των Ποντίων την χρηματοδότησε η Deutsche Bank

Η πολιτική αυτή που εφαρμόστηκε από την συνεργασία Γερμανίας και Τουρκίας, κατέληξε σε μια εθνική τραγωδία, Την γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου από το κίνημα των νεοτούρκων. Η βοήθεια της Γερμανίας στους νεότουρκους ήταν σε όλα τα επίπεδα, όπως αποκαλύπτουν οι πηγές της εποχής.Χαρακτηριστικό είναι πως οι γερμανικές ακτοπλοικές εταιρείες είχαν βγάλει ανακοίνωση πως τα μέλη των νεοτούρκων μπορούν να ταξιδεύουν δωρεάν με την γερμανική σημαία. Οι ιστορικές πήγες γράφουν χαρακητριστικά «η Deutsche Bank παρέχει άφθονα κεφάλαια στο κίνημα των Νεοτούρκων. Ο Γερμανισμός τους παρέχει όλα τα μέσα , αφού η Πανισλαμική πολιιτκή είναι τέκνο της Παγγερμανικής» . Ο Μιχαήλ Ροδάς, αναφέρει γλαφυρά πως όσα έγιναν και κατέληξαν σε αυτή την τραγωδία του ελληνισμού «γίνονταν χωρίς θόρυβο, με πρόγραμμα, με σύστημα και αφάνταστη υπομονή», τα διαχρονικά δηλαδή χαρακτηριστικά της πολιτικής των Γερμανών. 
 http://www.briefingnews.gr/
 

Η μάχη (σφαγή) του Broken Hill (1915)

Ετικέτες

img5
Την 1η Ιανουαρίου του 1915 ο πόλεμος φάνταζε μία μακρινή υπόθεση για τους Αυστραλούς πολίτες του Broken Hill.
Ήταν κατά την διάρκεια του καλοκαιριού και η μικρή πόλη εξόρυξης ασημιού ψηνόταν στη ζέστη της ερήμου, 720 χιλιόμετρα μακριά από το Σίδνεϊ και τις εχθροπραξίες του δυτικού μετώπου. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήδη διαρκούσε πέντε μήνες και μόνο ένας ανόητος θα μπορούσε να κατηγορήσει τους σκληροτράχηλους ανθρακωρύχους του Broken Hill για έλλειψη πατριωτισμού, αλλά αυτήν την πρώτη ημέρα του 1915 ήθελαν όσο τίποτα περισσότερο να απολαύσουν τις διακοπές με τις οικογένειές τους και να ξεχάσουν όχι μόνο τα προβλήματα σχετικά με τον πόλεμο, καθότι η Αυστραλία είχε ενταχθεί μαζί με τη Βρετανία, αλλά και την ζοφερή οικονομική συγκυρία λόγω της οποίας έκλειναν τα ορυχεία και οι ανθρακωρύχοι έμεναν άνεργοι.
 Περισσότεροι από 1.200 άνδρες, γυναίκες και παιδιά ήσαν «σκαρφαλωμένοι» επάνω στο αυτοσχέδιο τρένο που τους μετέφερε μέχρι το Silverton για το ετήσιο πικ-νικ της πόλης. Όμως τελικά για το Broken Hill την Ημέρα της Πρωτοχρονιάς, ο πόλεμος δεν ήταν 12 χιλιάδες μίλια μακριά!!!! Απείχε μόλις ένα μίλι επάνω σε μια κορυφογραμμή, όπου δύο Αφγανοί είχαν υψώσει την τουρκική σημαία σε ένα καροτσάκι παγωτών (παγωτατζίδικο) και ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν πόλεμο.
Ο οπολισμός και η τουρκική σημαία των Αφγανών
Ο οπλισμός και η τουρκική σημαία των Αφγανών
Οι κάτοικοι της πόλης είδαν τους άνδρες καθώς το τρένο ανέβαινε αργά το λόφο και ορισμένοι μάλιστα τους χαιρέτησαν, νομίζοντας ότι οι δύο Μουσουλμάνοι οι οποίοι κρατούσαν τυφέκια, ετοιμάζονταν να κυνηγήσουν λαγούς. Αλλά καθώς η απόσταση μεταξύ του «παγωτατζίδικου» και των εκδρομέων έφθασε στα 30 μέτρα, οι Αφγανοί έσκυψαν – σημάδεψαν και άνοιξαν πυρ.
Οι σφαίρες διαπέρασαν τα πλευρά της αμαξοστοιχίας, η οποία αποτελείτο από ξύλινα βαγόνια. Δέκα επιβάτες είχαν χτυπηθεί πριν ο μηχανοδηγός συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε και απομακρυνθεί από την εμβέλεια των πυρών. Τρεις σκοτώθηκαν και επτά τραυματίστηκαν, εκ των οποίων οι τρείς ήταν γυναίκες. Οι νεκροί ήταν δύο άνδρες, ο William Shaw και ο Alf Millard, και ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι η Elma Cowie, η οποία είχε πάει στην εκδρομή μαζί με τον φίλο της.
Elma Cowie
Elma Cowie
Καθώς το τρένο επιβράδυνε περισσότερο, ορισμένοι επιβάτες πήδηξαν έξω προσπαθώντας να καλυφθούν και δύο έτρεξαν πίσω στο Broken Hill για να ειδοποιήσουν τις αρχές. Εν τω μεταξύ, οι Αφγανοί μετακινήθηκαν και έλαβαν θέσεις μάχης, αποφασισμένοι να πεθάνουν πολεμώντας.
Προκειμένου να καταλάβουμε τους λόγους που έλαβε χώρα η μάχη του Broken Hill, πρέπει να κατανοήσουμε, γιατί μία πόλη απομονωμένη είχε μουσουλμανικό πληθυσμό και γιατί ορισμένοι από τους Αφγανούς αισθάνθηκαν εντελώς αποξενωμένοι από τους ανθρώπους, ενώ αντιθέτως ήσαν πιστοί σε μια χώρα όπως η Τουρκία η οποία δεν ήταν δική τους.
Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι απλή: Οι Αφγανοί μετανάστευαν στην Αυστραλία επί σχεδόν 50 χρόνια, διότι η Αυστραλία είχε ανακαλύψει ότι οι καμήλες και όχι τα άλογα, ήταν η καλύτερη μορφή μεταφοράς στην έρημο, πριν εμφανισθούν τα φορτηγά. Οι Αφγανοί γνώριζαν τα πάντα σχετικά με τις καμήλες, ενοχλούμενοι λιγότερο από την ταλαιπωρία και τη μυρωδιά και αμειβόμενοι πολύ λιγότερο από ότι οι Αυστραλοί για να κάνουν την βρώμικη δουλειά της μεταφοράς εμπορευμάτων σε πόλεις της ερήμου και την ενδοχώρα.
Το καροτσάκι με τα παγωτά του Gool Mohammed που χρησιμοποιήθηκε από τους Αφγανούς για να μεταφέρουν όπλα και προμήθειες στην ενέδρα τους.
Το καροτσάκι με τα παγωτά του Gool Mohammed που χρησιμοποιήθηκε από τους Αφγανούς για να μεταφέρουν όπλα και προμήθειες στην ενέδρα τους.
Οι Μουσουλμάνοι μετανάστες πήραν τις θέσεις εργασίας τις οποίες οι Αυστραλοί μεταφορείς θεωρούσαν δικό τους δικαίωμα με αποτέλεσμα οι τοπικοί συνδικαλιστικοί φορείς να εξοργισθούν με συνέπεια ο εν λόγω θυμός να μετατραπεί σε ένα ισχυρό κοκτέιλ φόβου, ρατσισμού και μίσους. Ο φόβος ξεπήδησε από το γεγονός του αθέμιτου ανταγωνισμού, ο οποίος κόστιζε θέσεις εργασίας σε μια εποχή που η οικονομία συρρικνώνετο. Το σημαντικό ήταν ότι οι περισσότεροι επιχειρηματίες και αγρότες ενδιαφέρονταν μόνο για το γεγονός ότι οι καμήλες μπορούσαν να ταξιδέψει στην ενδοχώρα σε λιγότερο από το μισό χρόνο που χρειαζόταν η ιππήλατη άμαξα και σε χαμηλότερη τιμή. Η όλη κατάσταση χειροτέρευε από το γεγονός ότι τα άλογα δεν μπορούσαν να δουλέψουν μαζί με τις καμήλες διότι δυστροπούσαν από την μυρωδιά.
Πολύ πριν το 1914, οι σχέσεις μεταξύ Αφγανών και μεταφορέων είχαν επιδεινωθεί σε όλη την Αυστραλία σε σημείο όπου οι Μουσουλμάνοι εδέχοντο επιθέσεις  κατά τις οποίες λεηλατούνταν οι καταυλισμοί και οι καμήλες έμεναν ανάπηρες. Οι φιλονικίες μεταξύ των δύο ομάδων στους δρόμους που οδηγούσαν στους κυριότερους σιδηροδρομικούς σταθμούς και λιμένες, έγιναν ρουτίνα. Τα αρχεία δείχνουν ότι είχαν διαπραχθεί τουλάχιστον έξι δολοφονίες, μία από όχλο Αυστραλών και πέντε από έναν Αφγανό.
Ήδη από το 1893 οι κάτοικοι του Broken Hill είχαν υποβάλει επίσημη διαμαρτυρία κατά της «ανεξέλεγκτης μετανάστευσης» των Αφγανών στη Νέα Νότια Ουαλία. Ο μαχητικός εκδότης της τοπικής εφημερίδας «Miner Barrier» έκανε πολύχρονη εκστρατεία κατά της παρουσίας τους στην πόλη, δημοσιεύοντας σειρά εμπρηστικών άρθρων στην προσπάθειά του να οδηγήσει τους «καμηλιέρηδες» έξω από την περιοχή εξόρυξης.
Τίτλοι ειδήσεων της εφημερίδας Miner Barrier της 1 Ιανουαρίου 1915
Τίτλοι ειδήσεων της εφημερίδας Miner Barrier της 1 Ιανουαρίου 1915
Προσθέστε σε όλα αυτά, την διαφορετική εθνικότητα και θρησκεία και δεν είναι διόλου περίεργο που σύντομα επαληθεύθηκε ο χαρακτηρισμός της ιστορικού Christine Stevens για τους Αφγανούς ως «οι παρίες της Αυστραλίας». Έτσι διαμόρφωσαν τις δικές τους ξεχωριστές κοινότητες – οικισμούς, που ήσαν γνωστές ως  Αφγανουπόλεις (ghantowns) που επέμενε άβολα με τις άκρες των λευκών κοινοτήτων, σπάνια ανάμιξη με οποιονδήποτε τρόπο μαζί τους, και σίγουρα να μην ξοδεύουν τα λίγα χρήματα που είχε με λευκά καταστηματάρχες. Κάθε ghantown είχε τον δικό της «μουλά» και τον δικό της χαλάλ (halal = ο κατάλογος τροφίμων σύμφωνα με τον Ισλαμικό νόμο). Στο Broken Hill ο ίδιος άνθρωπος εκτελούσε και τα δύο καθήκοντα ταυτόχρονα…….το όνομά του ήταν μουλάς Abdullah και ήταν ο αρχηγός μεταξύ των δύο ανδρών.
Βαγόνι από το τραίνο του Broken Hill
Ο μουλάς Abdullah είχε γεννηθεί κάπου κοντά στο πέρασμα Khyber το 1855. Είχε κάποια στοιχειώδη εκπαίδευση – μιλούσε και έγραφε Dari, την επίσημη γλώσσα του Αφγανιστάν – και μάλλον είχε εκπαιδευθεί σε ένα σχολείο madrasa (Μουσουλμανικό ιεροσπουδαστήριο) πριν από την άφιξη στην Αυστραλία περίπου το 1899. Η Stevens γράφει……..«ως πνευματικός ηγέτης μιας ομάδας καμηλιέρηδων ηγείτο στις καθημερινές προσευχές, έκανε ταφές και σκότωνε θηράματα halal για την τροφή των συμπολιτών του.
Αυτή ακριβώς η τελευταία δραστηριότητα του μουλά Abdullah ήταν που είχε προκαλέσει τα προβλήματα. Οι μεταφορείς δεν ήταν η μοναδική ισχυρή ομάδα εργαζομένων στο έντονα συνδικαλισμένο Broken Hill. Τα κρεοπωλεία επίσης, ήταν οργανωμένα συνδικαλιστικά. Κατά τις τελευταίες εβδομάδες του 1914, είχε επισκεφθεί τον Αφγανό ο επικεφαλής επιθεωρητής υγιεινής και του άσκησε δίωξη όχι μόνο για παράνομη σφαγή ζώων, αλλά και για το ότι δεν ανήκε στην ένωση κρεοπωλών. Λόγω των αδικημάτων του επεβλήθη πρόστιμο το οποίο δεν μπορούσε να πληρώσει, γεγονός που εξόργισε και προσέβαλε τον Μουλά Abdullah. 
Τοποθεσία της μάχης του Broken Hill
Ο φίλος του, με το όνομα Gool Mohammed, ανήκε στην φυλή Afridi και είχε πάει στην Αυστραλία ως καμηλιέρης λίγο μετά το 1900. Στις αρχές του 1900 οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις τον οδήγησαν στην Τουρκία, όπου κατετάγη στον στρατό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με αυτό τον τρόπο, επέλεξε να υπηρετήσει το Σουλτάνο ο οποίος – ως αρχηγός του Μουσουλμανικών Αγίων Τόπων της Αραβίας – εφέρετο ως χαλίφης, ή πνευματικός ηγέτης, όλων των μουσουλμάνων. Ο Gool υπηρέτησε σε τέσσερις εκστρατείες με τους Τούρκους πριν μεταβεί στην Αυστραλία, για να εργαστεί στα ορυχεία του Broken Hill. Κάποια στιγμή έχασε την δουλειά του, καθότι η οικονομία επιδεινώθηκε και αναγκάσθηκε σε ηλικία περίπου 40 ετών, να εργάζεται ως παγωτατζής, στους δρόμους της πόλης.
Τα νέα από το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και της κήρυξης πολέμου της Τουρκίας στην Μεγάλη Βρετανία έφτασαν αμέσως στο Broken Hill. Η αφοσίωση του Gool Mohammed στον σουλτάνο δεν άφηνε περιθώρια για ολιγωρία. Έγραψε αμέσως στον Υπουργό Πολέμου στην Κωνσταντινούπολη, προσφερόμενος να στρατολογηθεί εκ νέου και μάλιστα έλαβε απάντηση (το εν λόγω στοιχείο αποτελεί εντυπωσιακή ένδειξη για την αποτελεσματικότητα του Οθωμανικού υπουργείου πολέμου και την αντίστοιχη χαλαρότητα των ταχυδρομικών λογοκριτών της Αυστραλίας κατά τη διάρκεια του πολέμου).
Ωστόσο για έναν άνθρωπο στη θέση του Gool – φτωχό και μακριά από το σπίτι του – η ιδέα του αγώνα στην Αυστραλία φάνταζε ελκυστική. Η επιστολή από τους Οθωμανούς τον ενθάρρυνε να «είναι μέλος του τουρκικού στρατού και να αγωνιστεί για το σουλτάνο» χωρίς να διευκρινίζεται ο τόπος ή ο τρόπος.
Ένα σημείωμα που παρέδωσε ο Gool υποδηλώνει ότι ήταν αυτός που παρότρυνε τον Μουλά Abdullah να χτυπήσουν τους Αυστραλούς. Αλλά ήταν σίγουρα ο Μουλάς Abdullah ο οποίος έγραψε το σημείωμα αυτοκτονίας πριν την επίθεση στους εκδρομείς. Το σημείωμα του Goοl έγραφε : «Κρατώ το φιρμάνι του σουλτάνου, υπογεγραμμένο και σφραγισμένο από τον ίδιο. Είναι στη ζώνη της μέσης μου και αν δεν καταστραφεί από πυροβολισμό, κανόνι ή σφαίρες, θα το βρείτε σε μένα. Πρέπει να σκοτώσω τους άντρες σας και να δώσω τη ζωή μου για την πίστη μου, με εντολή του Σουλτάνου [αλλά] δεν έχω καμία εχθρότητα εναντίον κανενός, ούτε έχω διαβουλεύσεις με κανέναν, ούτε ενημέρωσα κανέναν». Στο σημείωμα του ο Μουλάς Abdullah ανέφερε το παράπονο του κατά του επιθεωρητή υγιεινής και έγραφε ότι ήθελε να τον σκοτώσει πρώτον (ο επιθεωρητής ήταν στο τρένο, αλλά επέζησε της επίθεσης.) Εκτός από αυτό όμως, επανέλαβε τα συναισθήματα του φίλου του ότι «δεν υπάρχει εχθρότητα εναντίον κανενός».
Μετά την αρχική επίθεση, πέρασε μία ώρα μέχρι να κινητοποιηθούν οι αρχές του Broken Hill. Οι αστυνομικοί συγκεντρώθηκαν – εξοπλίσθηκαν και κλήθηκε μικρή δύναμη στρατιωτών από μια κοντινή στρατιωτική βάση. Οι ντόπιοι εξοργισμένοι από την επίθεση των Αφγανών σε γυναίκες και παιδιά, συγκέντρωσαν όσα όπλα μπορούσαν να βρουν από τις τοπικές σκοπευτικές – κυνηγετικές λέσχες και σχημάτισαν πολιτοφυλακή. Η εφημερίδα Barrier Miner έγραφε: «Ήταν αποφασισμένοι να μην υπάρξει δουλειά για τον δήμιο και να μην  κινδυνεύσουν οι υπόλοιποι εκδρομείς».
Και οι τρεις ομάδες………αστυνομία – στρατός –  πολιτοφυλακή συνέκλιναν στα βράχια όπου είχαν κάλυψη οι δύο μουσουλμάνοι. Η συγγραφέας Patsy Smith περιγράφει την αντίδραση της αστυνομίας, παραλληλίζοντάς την με την αντίδραση αστυνομικών που έπαιζαν σε κωμωδία του βωβού κινηματογράφου. Ένα από τα δύο αυτοκίνητά τους χάλασε και στριμώχθηκαν στο άλλο. Όταν πλησίασαν στην περιοχή σταμάτησαν δύο άνδρες και ζήτησαν οδηγίες για τις εχθρικές γραμμές. Όταν άκουσαν να σφυρίζουν οι σφαίρες, ήξεραν ότι ήταν κοντά.
Επιστροφή των δυνάμεων στο Broken-Hill μετά την μάχη
Ο Gool Μωάμεθ και ο μουλάς Abdullah φορούσαν χειροποίητους τελαμώνες (φυσιγγιοθήκες) με θήκες για 48 φυσίγγια (συνολικά 96 φυσίγγια) εκ των οποίων είχαν πυροβολήσει μόνο τα μισά εναντίον του τρένου. Όμως είχαν καταφέρει να σκοτώσουν έναν τέταρτο Αυστραλό – τον Jim Craig, ο οποίος έκοβε ξύλα στην αυλή του σπιτιού του – καθώς προσπαθούσαν να καλυφθούν. Οι δύο άνδρες ήταν επίσης οπλισμένοι με ένα πιστόλι και μαχαίρια.
Καθώς η κάλυψη των Μουσουλμάνων ήταν πολύ καλά σχεδιασμένη και οργανωμένη, οι αστυνομικές – στρατιωτικές δυνάμεις δεν επεχείρησαν κατά μέτωπον επίθεση, αλλά εξαπέλυσαν καταιγισμό πυρών από απόσταση. Η μάχη άρχισε στις 10:10 και τελείωσε στις 13:00.
Το σημείωμα «αυτοκτονίας» του μουλά Abdullah βρέθηκε κρυμμένο στα βράχια τρεις ημέρες μετά τη μάχη. Εστάλη στην Αδελαΐδα για μετάφραση και διαπιστώθηκε ότι εξέφραζε……την οργή του για τις διώξεις από τους επιθεωρητές υγιεινής και την κοινή τους απόφαση να πεθάνουν για την πίστη τους.
Σημείωμα αυτοκτονίας του Mullah Abdullah
Σημείωμα αυτοκτονίας του Mullah Abdullah
Μετά την μάχη διαπιστώθηκε ότι ο Abdullah χτυπήθηκε στο κεφάλι και σκοτώθηκε νωρίς, αφήνοντας τον φίλο του να αγωνιστεί μόνος του. Από τις δυνάμεις του Broken Hill δεν υπήρξε νεκρός. Μετά την κατάπαυση του πυρός, ο Gool Mohammed βρέθηκε βαρύτατα πληγωμένος (αριθμούσε 16 τραύματα).
Ο Gool μεταφέρθηκε στο Broken Hill, όπου και πέθανε στο νοσοκομείο. Εν τω μεταξύ οι κάτοικοι απειλούσαν με αντίποινα και οι τοπικές αρχές τοποθέτησαν φρουρά προκειμένου να αποτρέψουν τυχόν επιθέσεις κατά των Αφγανών. Στερούμενος της ευκαιρίας να εκδικηθεί τους μουσουλμάνους, ο όχλος στράφηκε εναντίον του Γερμανικού συλλόγου της πόλης, ο οποίος κάηκε ολοσχερώς.
Όσον αφορά στα πτώματα του Gool Mohammed και μουλά Abdullah, οι κάτοικοι δεν επέτρεψαν την ταφή τους, γι’ αυτό και θάφτηκαν βιαστικά και μυστικά κάτω από ένα κατάστημα εκρηκτικών. Η μάχη του Broken Hill είχε τελειώσει, αλλά ο πόλεμος τον οποίο είχαν ξεκινήσει οι δύο Αφγανοί ήταν μόνο η αρχή.
Πηγές – βιβλιογραφία
http://blogs.smithsonianmag.com/

Δημοσιογραφία και πολιτική: Οι περιπέτειες της εφημερίδας «Ο Βρεττανικός Αστήρ (1860-1862)»

Αναδημοσίευση του άρθρου της Βικτωρίας Χατζηγεωργίου-Χασιώτη στο βιβλίο “Μνήμη Γ.Π. Σαββίδη – Θέματα Νεοελληνικής Φιλολογίας”
Στέφανος Ξένος
Στις 9 Ιουλίου 1860 κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το πρώτο φύλλο της εβδομαδιαίας 24σέλιδης ελληνικής «πολιτικής, δικαστικής, εμπορικής, φιλολογικής, ποικίλης και μετά εικονογραφιών» εφημερίδας «Ο Βρεττανικός Αστήρ». Εκδότης και βασικός συντάκτης της ο Στέφανος Ξένος (1821-1894), γνωστός συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων. Η έκδοση του Βρεττανικού Αστέρος, προπάντων κατά την πρώτη,  την αγγλική περίοδο της κυκλοφορίας του (δηλαδή από  το 1860 ως το 1862), αποτέλεσε αναμφισβήτητα σταθμό στην ιστορία του ελληνικού τύπου, τόσο από την άποψη του περιεχομένου του όσο και από την άποψη της  ποιότητας  της εκτύπωσής του. Στις στήλες  του Βρεττανικού Αστέρος ο Ξένος παρουσίασε ένα πλουσιότατο και εντυπωσιακά εικονογραφημένο ειδησεογραφικό και εγκυκλοπαιδικό υλικό για ποικίλα θέματα και γεγονότα της εποχής του. Το μεγαλύτερο μέρος του υλικού αυτού (συμπεριλαμβανομένου και του εικονογραφικού), το σταχυολογούσε από βρετανικές κυρίως εφημερίδες και περιοδικά, προσαρμόζοντάς το όμως ως ένα βαθμό στα ενδιαφέροντα και στις ανάγκες των Ελλήνων αναγνωστών. Ένα σημαντικό πάντως τμήμα των δημοσιευμένων κειμένων -κυρίως η σχολιασμένη αρθρογραφία για ζητήματα της Ελλάδας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και γενικότερα της Νοτιοανατολικής, Ευρώπης- γράφτηκε από τον Ξένο. Στον ίδιο ανήκαν και τα παρουσιαζόμενα σε συνέχειες ιστορικά κείμενα και αφηγήματα (όπως π.χ. τα πεζογραφήματα Ο Έλλην πειρατής, ο Αντώνιος Μελιδώρης και ο Αλή πασσάς. Τέλος, μερικές συνεργασίες ανήκαν σε άλλους Έλληνες τακτικούς ανταποκριτές του Βρεττανικού Αστέρος ή και σε περιστασιακούς συνεργάτες του.
Η εφημερίδα εμφανιζόταν να τυπώνεται σε ιδιαίτερο ελληνικό τυπογραφείο του Λονδίνου (Ελληνικόν Τυπογραφείον του «Βρεττανικού Αστέρος», 33 Brompton Square), με διευθυντή τον L. Roussin. O Louis Roussin είχε αναλάβει τη διεύθυνση της εφημερίδας με βάση ειδικό συμφωνητικό, που είχε υπογράψει με τον Ξένο στο Λονδίνο στις 19 Ιανουαρίου 1860. Αλλά, όπως φαίνεται από την πάγια, υποχρεωτική καταχώριση στο κάτω άκρο της τελευταίας σελίδας της εφημερίδας, Ο Βρεττανικός Αστήρ εκτυπωνόταν ως τις 3 Νοεμβρίου 1860, στις εγκαταστάσεις του Joseph Clayton (17, Bouverie Street, in the Precinct of Whitefriars) με εκδότη (publisher) αρχικά τον Ebenezer Landells και, από τον Οκτώβριο του 1860, τον Charles Bradberry. Πάντως, εκτός από τον Roussin και τους τυπογράφους αυτούς, ο Ξένος χρησιμοποίησε και άλλους συνεργάτες (στοιχειοθέτες, μεταφραστές και χαράκτες), από τους οποίους άλλους προσέλαβε στην Αγγλία και άλλους έφερε ειδικά για την εφημερίδα του από την Ελλάδα.
Ο ασθενής νέος: μία από τις πανέμορφες ξυλογραφίες του «Βρεττανικού Αστέρος»
Σύμφωνα με την αγγελία που κυκλοφόρησε στα ελληνικά και αγγλικά λίγους μήνες πριν από την έκδοση του Βρεττανικού Αστέρος και το προλογικό άρθρο του εκδότη στο πρώτο τεύχος του, η έκδοση απέβλεπε κυρίως σε δύο στόχους: Από το ένα μέρος, στην ενημέρωση της ελληνικής κοινωνίας για τις επιτεύξεις των δυτικών ανεπτυγμένων κρατών και συνεπώς και στον εξευρωπαϊσμό της και, από το άλλο, στην προβολή «των εθνικών συμφερόντων» της Ελλάδας στο αγγλικό κοινό: «…Ήτον επάναγκες», γράφει με την ιδιόμορφη φρασεολογία του στο κύριο άρθρο του πρώτου φύλλου του Βρεττανικού Αστέρος, «να καθιδρυθή εν τω κέντρω της Ευρώπης όργανόν τι, το οποίον ως έμφρων διερμηνεύς εξ ενός να μεταδίδη […] τα γεγονότα της ημέρας, τα φώτα και τας τελειοποιήσεις της σοφής Ευρώπης, και ως ειλικρινής αντιπρόσωπος εξάλλου ν΄ αγορεύη αείποτε υπέρ των συμφερόντων ημών (των Ελλήνων) προς τους  διέποντας ήδη την τύχην των Εθνών».
Ο δεύτερος στόχος δεν φαίνεται να καλύφθηκε με επάρκεια: Παρά τους ισχυρισμούς του εκδότη, ότι ο Βρεττανικός Αστήρ «ήρξατο να λαμβάνη υποδοχήν εις το Αγγλικόν κοινόν και να κυκλοφορή μεταξύ των λογίων του (βρετανικού) έθνους», η εφημερίδα απευθυνόταν κυρίως σε Έλληνες συνδρομητές που έμεναν στην Αγγλία, την Ελλάδα, την τουρκοκρατούμενη Ανατολή και τις ελληνικές παροικίες της Διασποράς. Γι’ αυτό άλλωστε και η προβολή των ελληνικών ζητημάτων από τον Ξένο στην αγγλική κοινή γνώμη γινόταν –όταν γινόταν- μέσω των αγγλόφωνων δημοσιευμάτων του, κυρίως, μέσω της αρθρογραφίας του στον βρετανικό τύπο. Ουσιαστικά λοιπόν ο Βρεττανικός Αστήρ απέβλεπε στην ικανοποίηση μίας έμμονης και φιλόδοξης ιδέας του Ξένου: να αναδειχθεί σε ένθερμο συνήγορο στον ελληνικό κόσμο των επιτευγμάτων των σύγχρονων κρατών της Δύσης και ιδιαίτερα της Μεγάλης Βρετανίας, στους τομείς των πολιτικών και κοινωνικών θεσμών, του εμπορίου και της οικονομίας, της βιομηχανίας, της τεχνολογίας και του πολιτισμού. Ο Ξένος πίστευε ότι με την εξοικείωση των Ελλήνων με τους θεσμούς των δυτικών κοινωνιών θα εξασφαλιζόταν και για την Ελλάδα ο ελεύθερος κοινοβουλευτικός βίος, η κοινωνική πρόοδος, η οικονομική άνοδος, αλλά και η πραγματοποίηση των αλυτρωτικών της στόχων. «Ότε κατά το πρώτον  […] ήλθον εις Λονδίνον – αναφέρει ο ίδιος- και ότε ήρχισα να εννοώ την Αγγλικήν, το μεγαλείον του Αγγλικού τύπου ήτο το υπέρ παν άλλο διεγείραν τον θαυμασμόν μου. Τότε […] συνέλαβον την ιδέαν ότι, αν ηδυνάμην να εγκαθιδρύσω και γώ εφημερίδα αντιγράφουσαν τας Κυβερνήσεις της Εσπερίας Ευρώπης, τας ελευθερίας, τους νόμους, την επιτομήν τέλος του πολιτισμού, αποπέμπων αυτήν προς τους εν τη Ανατολή αδελφούς μας, […] αν, λέγω, ηδυνάμην να κατορθώσω τοιούτον όργανον ενταύθα, όπου και μόνον υπάρχουν αι ύλαι της κατασκευής του, είμαι βέβαιος ότι ήθελον τότε διοχετεύσει παρ’ ήμιν όλα εκείνα τα προσόντα δι’ ων οι Άγγλοι ανέδειξαν την Αγγλίαν οποία σήμερον είναι».
Μαρασμός: ρομαντική γκραβούρα
Κύριο εμπόδιο προς την εξέλιξη αυτή θεωρούσε ο Ξένος τον βασιλιά Όθωνα και το αυταρχικό πολιτικό σύστημα που αυτός εκπροσωπούσε. Η περιπέτεια μάλιστα του πατέρα του Θεοδώρου Ξένου, που είχε απολυθεί το 1856 από τη θέση του προξένου της Ελλάδας στη Σμύρνη, επειδή είχε κατηγορηθεί από ανώτατους κυβερνητικούς αξιωματούχους της Αθήνας για παραχαράξεις νομισμάτων, προσέδωσε οικογενειακό και προσωπικό χαρακτήρα στην αντίθεσή του με το οθωνικό καθεστώς. Η κριτική πάντως του Ξένου συνδεόταν και με τον γενικότερο αντιμοναρχικό αγώνα, που είχε αρχίσει στην Ελλάδα στις αρχές του 1859 (με αφορμή τη φυλάκιση του ποιητή του Περιπλανωμένου, Αλεξάνδρου Σούτσου), γενικεύτηκε κατά τα δύο επόμενα χρόνια με αλλεπάλληλες αντικαθεστωτικές κινήσεις, συνωμοσίες και αιματηρές εξεγέρσεις, και έληξε με την τελική έξωση του Όθωνα τον Οκτώβριο του 1862. Στο κλίμα αυτό ανήκουν πρώτα το ιδιότυπο δίτομο έργο του Ξένου Η κιβδηλεία (που εκδόθηκε το 1859) και κυρίως, η αντιοθωνική του αρθρογραφία (ανώνυμη πάντοτε) στον Βρεττανικό Αστέρα.
Η αντιπολιτευτική του Ξένου δεν ακολούθησε ευθύγραμμη πορεία: Άρχισε με έμμεση ή προσεκτική κριτική του «συστήματος», όπως αποκαλούνταν τότε η οθωνική διακυβέρνηση, συνεχίστηκε με άμεσες κατηγορίες εναντίον του Όθωνα, πέρασε σε μετριοπαθείς και πάλι παραινέσεις προς τις βασιλικές κυβερνήσεις (την «Καμαρίλλα»), για να καταλήξει σε απροκάλυπτες πια επιθέσεις εναντίον του Βαυαρού μονάρχη, του οποίου ζητούσε ή την παραίτηση ή την έξωση. Η κριτική του Ξένου επικεντρωνόταν σε τέσσερα ζητήματα, τα οποία εξάλλου αποτελούσαν ήδη στην Ελλάδα τους βασικούς άξονες γύρω από τους οποίους κινούταν ο συνολικός αντιδυναστικός αγώνας. Στην ουσιαστική έλλειψη συνταγματικών ελευθεριών, στο πρόβλημα της διαδοχής του άκληρου ΄Οθωνα, στην πεισματική του άρνηση να επιτρέψει τη συγκρότηση εθνοφυλακής και στην απομάκρυνση της χώρας από τις δύο δυτικές «προστάτιδες Δυνάμεις», τη Γαλλία και, κυρίως, την Αγγλία. «Τίς έστιν», γράφει στις 30 Αυγούστου 1860 (σε ένα από τα πρώτα του αντιδυναστικά άρθρα), «η Κυβέρνησις της Ελλάδος και το Σύνταγμά της; Ουδείς άλλος ει μη η Αυτού Μεγαλειότης ο Σεβαστός ημών βασιλεύς Όθων […] Η ελληνική κυβέρνησις […] κατέστρεψε και εμηδένισε εις Γαλλίαν και Αγγλίαν την υπόληψιν και το όνομα της Ελλάδος, όπερ διά τόσων θυσιών οι Σατωβριάνοι, Φαβιέροι, Βύρωνες, Άστιγγες, Αμιλτώνες, Στανώπαι, Τρελώναι και Κορδιγκτώνες είχον σχηματίσει […], Η εθνοφυλακή και η διαδοχή, μέριμναι αδιάκοποι παντός αληθούς Έλληνος σήμερον, είναι η μόνη μέριμνα και το μόνον καταθύμιον του Βρεττανικού Αστέρος. Ήθελεν είσθαι η μεγαλειτέρα προδοσία των καθηκόντων μας να σιωπήσωμεν εις τοιαύτην κρίσιν, εις ην έφθασαν τα Ελληνικά πράγματα, όταν μάλιστα οι άλλοι ένεκα του Μενδρεσέ και Γκαρμπολά [εννοεί τις φυλακές, όπου στέλνονταν οι αντιπολιτευόμενοι τον Όθωνα] είναι αναγκασμένοι να σιωπώσιν ήθελεν είσθαι ανάξιον του Βρεττανικού Αστέρος, καθ΄ ην ώραν άλλα έθνη ελευθερούνται [εννοεί την ενοποίηση της Ιταλίας]  ημείς να σιωπήσωμεν την οσημέραι βαβαρικήν υποδούλωσιν  του Συντάγματος της  Ελλάδος».
Κιρκάσσια οικογένεια: άλλο ένα τυπογραφικό κόσμημα της εφημερίδας
Η τολμηρή πολιτική αρθρογραφία του Βρεττανικού Αστέρος έγινε αμέσως γνωστή στην Ελλάδα, σ΄αυτό συντέλεσαν και οι αθηναϊκές εφημερίδες. Στις 31 Αυγούστου/12 Μαρτίου ο Αιών, που πρωτοστατούσε στην αντιοθωνική αντιπολίτευση, πρόβαλε με εγκωμιαστικά σχόλια το περιεχόμενο του άρθρου του Ξένου της 20ής Αυγούστου. Λίγες μέρες αργότερα η Ελπίς αποδοκίμασε τη σκληρή αντιδυναστική στάση του Βρεττανικού Αστέρος, προκαλώντας όμως νέα συνηγορία του Αιώνος. Από την πλευρά του ο Ξένος, προφανώς ενθαρρυμένος από την απήχηση των άρθρων του στην ελληνική πρωτεύουσα, επανήλθε δριμύτερος και, παίρνοντας αφορμή από τις διώξεις τεσσάρων δημοσιογράφων στην Αθήνα, προχώρησε ακόμα περισσότερο, καλώντας έμμεσα τους Έλληνες -με άρθρο του της 20ής Σεπτεμβρίου 1860- σε εξέγερση εναντίον της οθωνικής εξουσίας, του «συστήματος»: «Εάν λοιπόν παραδεχθώμεν», γράφει, «[…] ότι βάσκανος Μοίρα έθεσεν τον Έλληνα και την Κυβέρνησίν του εις ασυμβίβαστον αντίφασιν, αν παραδεχθώμεν ότι πολίται Έλληνες έσωσαν κατά καιρούς την Ελλάδα, οσάκις η Κυβέρνησίς της την ώθει προς τον κρημνόν, αν παραδεχθώμεν ότι οσάκις εις την Ελλάδα ανεφάνη Πεισίστρατός τις, πάντοτε ευρέθησαν Αρμόδιοι δι΄ αυτόν δέκα, το ζήτημα απλοποιηθέν άγεται εις το επόμενον: ότι οι Έλληνες, οι εντός και εκτός της Ελλάδος Έλληνες, πρέπει και αύθις, και ίσως διά τελευταίαν φοράν, να φροντίσωσι περί του μέλλοντος της Πατρίδος […].΄Εφθασεν η ώρα καθ΄ ην οι ΄Ελληνες οφείλουν να θεραπεύσουν μόνοι των το κακόν […]».
Στα άρθρα και σχόλια που ακολούθησαν η εφημερίδα δε σταμάτησε να κατηγορεί τους συνεργάτες του Βαυαρού μονάρχη για τη φαλκίδευση του Συντάγματος, την άρνησή τους να συστήσουν την πολυσυζητημένη εθνοφυλακή και, κυρίως, τις συνεχείς διώξεις φιλελεύθερων δημοσιογράφων και λογοτεχνών. Παρ΄ όλα αυτά, στα φύλλα που κυκλοφόρησαν στα τέλη του 1860 και στους πρώτους μήνες του 1861 είναι φανερή η μείωση –σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο- του αριθμού και κυρίως της οξύτητας των αντιπολιτευτικών άρθρων του Ξένου, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το πρόσωπο του Όθωνα.
Στην εξέλιξη αυτή συντέλεσαν, νομίζω, οι εξής παράγοντες: Η πτώση καταρχήν, για αρκετά μεγάλο διάστημα, του αντιδυναστικού πυρετού στην Ελλάδα μετά τη διάλυση της Βουλής, το Νοέμβριο του 1860, και την προκήρυξη εκλογών. Η κατάσταση άλλαξε βέβαια μετά τις νέες αντιπαραθέσεις που σημειώθηκαν κατά την προεκλογική περίοδο: Η νοθεία, η βία και η φοβία που επικράτησαν κατά τις εκλογές εκείνες –που, ας σημειωθεί, κράτησαν από το Δεκέμβριο του 1860 ως τον Μάρτιο του επόμενου χρόνου αναδεικνύοντας και πάλι «νικήτρια» τη φιλοβασιλική παράταξη–  προκάλεσαν έξαρση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στους φιλοβασιλικούς και τους συνταγματικούς και, όπως ήταν επόμενο, και την επανεμφάνιση της σκληρής αρθρογραφίας του Ξένου εναντίον του Όθωνα: «[…] Ερωτώμεν», γράφει στις 13 Μαρτίου 1861, «ποίος αληθής Έλλην, ποίος το ελάχιστον αγαπών την πατρίδα […] δεν είναι πεπεισμένος την σήμερον […] ότι η αθλία κατάστασίς της, το σφαγιασθέν μέλλον της, η μηδενισθείσα εις την Ευρώπην νέα ιστορία της, το ζωντανόν ναυάγιόν μας χρεωστούνται εις μόνον τον ηγεμόνα της Ελλάδος, εις τον ΄Οθωνα;» Άλλος ένας λόγος ήταν, κατά τη γνώμη μου, οι αντιδράσεις που σημειώθηκαν μεταξύ των συνδρομητών του Βρεττανικού Αστέρος για την οξύτητα των επιθέσεών του  εναντίον του βασιλιά (κυρίως στην ελληνική παροικία του Manchester και στη Βραϊλα της Ρουμανίας). Παρά τα ειρωνικά σχόλια του Ξένου για την έκταση των αντιδράσεων αυτών (τις οποίες μάλιστα απέδιδε σε πληρωμένη προπαγάνδα της ελληνικής κυβέρνησης), οι δημοσιευόμενες σχετικές επιστολές αναγνωστών στον Βρεττανικό Αστέρα δείχνουν ότι το ζήτημα δεν ήταν τόσο αμελητέο όσο εμφανιζόταν στις στήλες του. Οι δυσκολίες εξάλλου που άρχισε να αντιμετωπίζει η κυκλοφορία της εφημερίδας στην Ελλάδα, εξαιτίας των αντιδράσεων των ελληνικών αρχών, έπαιξαν και αυτές το ρόλο τους. Στις αρχές Οκτωβρίου 1860 π.χ. κατασχέθηκαν, με εντολή του εισαγγελέα, τα φύλλα που είχαν σταλεί στον Πειραιά, αφού όμως η εφημερίδα είχε κυκλοφορήσει στην Αθήνα. Μερικές μέρες αργότερα σημειώθηκε στην Αθήνα νέα κατάσχεση όλων των φύλλων της εφημερίδας. Το γεγονός αυτό ανάγκασε πια τον Ξένο να απευθυνθεί, ως Βρετανός υπήκοος, στις 5 Νοεμβρίου στον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών λόρδο John Russel (1792-1878), ζητώντας την παρέμβασή του για την ελεύθερη διακίνηση στην Ελλάδα ενός νόμιμα κατοχυρωμένου βρετανικού εντύπου. Ακολούθησαν και άλλες κατασχέσεις στον επόμενο χρόνο, αλλά και διώξεις του αντιπροσώπου της εφημερίδας στην Αθήνα και τον Πειραιά, γεγονός που ανάγκασε τον Ξένο να στέλνει τον Βρεττανικό Αστέρα στην Ελλάδα κρυφά, άλλοτε σε φακέλους επιστολών με την κανονική αλληλογραφία και άλλοτε λαθραία, μέσω Παρισιού, Μάλτας ή Κωνσταντινούπολης.
Διαφημίσεις οπισθόφυλλου: η αλοιφή του Holloway και τα βοτανικά σκευάσματα Rowland
Το φάσμα των διώξεων αυτών και των ζημιών, που αυτές προκαλούσαν στον εκδότη του, τον ανάγκασαν να καθιερώσει από τις αρχές Ιουλίου του 1861 την ταυτόχρονη έκδοση, αλλά σε ένθετα φυλλάδια στην κύρια εφημερίδα και με χωριστή σελιδαρίθμηση, των Πολιτικών Παραρτημάτων. Στα Παραρτήματα αυτά πέρασε ουσιαστικά όλα τα πολιτικού περιεχομένου κείμενα ανάμεσά τους και αυτά που αφορούσαν τα πολιτικά πράγματα στην Ελλάδα. Πάντως και στα Παραρτήματα τα αντιπολιτευτικά άρθρα του Ξένου εμφανίζονται επίσης περιορισμένα σε αριθμό και μετριοπαθέστερα στη φρασεολογία τους. Η σαφής μείωση του αντιοθωνικού πάθους του Ξένου θα πρέπει μάλλον να επηρεάστηκε και από τη νέα ύφεση που σημειώθηκε στον αντιδυναστικό πυρετό στην Ελλάδα. Η ύφεση αυτή οφειλόταν στη συμπάθεια που προκάλεσε για βασιλικό ζεύγος η απόπειρα δολοφονίας της βασίλισσας Αμαλίας στις 6/19 Σεπτεμβρίου 1861. Ο Ξένος μάλιστα αφιέρωσε στο γεγονός αυτό δύο κύρια άρθρα του Παραρτήματος, στα οποία καταδίκαζε με έντονο τρόπο την απόπειρα «κατά του ιερού ατόμου της σεπτής ημών Ανάσσης Αμαλίας» υπογραμμίζοντας μάλιστα ότι «παρήλθον οι χρόνοι των Αρμοδίων και των Βρούτων» -προφανώς αντιφάσκοντας με όσα είχε γράφει για την τυραννοκτονία πριν από έναν ακριβώς χρόνο στην ίδια εφημερίδα. Αλλά φαίνεται ότι και η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε -στέλνοντας στο Λονδίνο ειδικό απεσταλμένο (τον Βαρότση, διερμηνέα λίγο αργότερα της ελληνικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη)- να κατευνάσει τον συντάκτη του Βρεττανικού Αστέρος, δελεάζοντάς τον (όπως λέει ο ίδιος) με αξιώματα και διορισμούς (honours, appointments). Ας σημειωθεί, τέλος, ότι από τις αρχές του 1861 την προσοχή του Ξένου είχε αρχίσει να προσελκύει ένα άλλο ζήτημα, που, κατά την αντίληψή του, αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη εθνική σημασία: η αναζωπύρωση του ενωτικού προβλήματος της Επτανήσου.
Η ανθελληνική θέση του άγγλου βουλευτή Λαγιάρδου (Layard) για τα Επτάνησα προκάλεσε την έντονη αντίδραση του «Βρεττανικού Αστέρος»
Ο Ξένος θεωρούσε ότι οι αποστάσεις που κρατούσε ο Όθωνας από την αγγλική πολιτική, αποτελούσαν εμπόδιο στην ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα
Η όλο και συμβιβαστικότερη στάση Βρεττανικού Αστέρος έναντι του «συστήματος» δεν πέρασε απαρατήρητη από τους αναγνώστες του. Σε άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στο Παράρτημα της 13ης Φεβρουαρίου 1862, ο Ξένος προσπαθεί απολογούμενος να απορρίψει όσα του καταμαρτυρούσαν σε επιστολές τους οι συνδρομητές της εφημερίδας, οι οποίοι «την σιωπήν αυτού απέδωκαν εις συστολήν, ωσανεί ώφειλε να συστέλληται ο την αλήθειαν λέγων, εις φόβον, ωσανεί η καθ΄ εκατοντάδας χιλιάδων δαπανώσα τας δραχμάς εφημερίς εφοβείτο την κατάσχεσιν δεκαπέντε φύλλων αυτής υπό του κυρίου εισαγγελέως […]»
Ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη στάση του Ξένου, ήταν η αντιοθωνική εξέγερση του Ναυπλίου στις 1/12 Φεβρουαρίου 1862 και των Κυκλάδων ένα μήνα αργότερα. Ήταν πια αναπόφευκτο τα δραματικά εκείνα γεγονότα να μην αφήσουν τον Ξένο να εξακολουθήσει την τακτική των χαμηλών τόνων. Επανέφερε λοιπόν και πάλι με πάθος το ελληνικό πολιτικό ζήτημα στα κύρια άρθρα των Παραρτημάτων του, καταδικάζοντας αρχικά μόνο το βασιλικό «υπουργείον», αλλά στη συνέχεια κα τον ίδιο τον ΄Οθωνα του οποίου μάλιστα ζητούσε τώρα την παραίτηση. «Αν ήναι δυνατόν ποτέ», γράφει στις 3 Απριλίου 1862 σε κύριο άρθρο του, «ηγεμών απολέσας πάσαν εν τω εξωτερικώ υπόληψιν, οικτειρόμενος και κωμωδούμενος πανταχόθεν, τώρα ότε και τας χείρας εις το αίμα ημών έβαψε[…], αν ήναι δυνατόν, λέγομεν, να εξαγάγη την Ελλάδα εκ των δυσκολιών, εις ας την περιέπλεξεν, πολλώ δε μάλλον να την μεγαλώση […]. Πάντα όσα κακά ηδύνατο να ενσκήψωσιν εις εν αρτισύστατον έθνος και οπισθοδρομήσωσι τούτο πεντήκοντα τουλάχιστον ενιαυτούς του σταδίου του, αθρόα η Μεγαλειότης του μας τα επιδαψείλευσεν. Ας ίδωμεν μέχρι τίνος η Ελλάς άκουσα θα φέρη επί των νώτων αυτής τοιούτον αναβάτην και μέχρι τίνος θα υπάρχωσιν άνθρωποι ονομαζόμενοι Έλληνες την αναβάθραν κρατούντες». Και ενώ στην αρχή ο Ξένος αντιμετώπιζε τους στασιαστές με κάποια περίσκεψη –ως αναπόφευκτο δεινό εξαιτίας της «βαυαρικής τυραννίδος» – στη συνέχεια ανακηρύχτηκε ένθερμος συνήγορός τους, δημοσιεύοντας στην εφημερίδα του ενθουσιώδεις προτροπές για τη συνέχιση της άμυνας του Ναυπλίου και του αντιμοναρχικού αγώνα. Η επικράτηση του ΄Οθωνα δε μετρίασε το αντιδυναστικό περιεχόμενο του Βρεττανικού Αστέρος, ο οποίος άλλωστε, «μη αξιωθείς της βασιλικής χάριτος», παρέμεινε «αναμνήστευτος» και σχεδόν απαγορευμένος στην Ελλάδα.
Λόγω του κίνδυνου κατάσχεσης, ο «Βρεττανικός Αστήρ» στελνόταν στην Ελλάδα κρυφά, άλλοτε σε φακέλους επιστολών, άλλοτε λαθραία
Αλλά σύντομα η αντιπαράθεση του Ξένου με το οθωνικό καθεστώς θα πάρει ευρύτερες διαστάσεις, τη φορά αυτή διπλωματικές. Σύμφωνα με όσα κατήγγειλε ο ίδιος, με ενέργειες της ελληνικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη και ιδιαίτερα του ΄Ελληνα διερμηνέα της Βαρότση, η οθωμανική κυβέρνηση πείστηκε ότι ο Βρεττανικός Αστήρ δεν καταφερόταν μόνο εναντίον του Βασιλιά της Ελλάδας, αλλά και του σουλτάνου, προσπαθώντας μάλιστα να προκαλέσει εξέγερση των χριστιανών υπηκόων του. Η Υψηλή Πύλη, που δε θα πρέπει να ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένη από τον τρόπο με τον οποίο ο Ξένος παρουσίαζε και στη δική του και σε αγγλικές εφημερίδες –για να μην αναφερθούμε στα μυθιστορήματά του– την εικόνα της Τουρκίας, ζήτησε, με «νότα» του μεγάλου βεζίρη Αli Pasha  της 17ης Απριλίου 1862 προς το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών, τη διακοπή της κυκλοφορίας του Βρεττανικού Αστέρος που γινόταν μέσω του αγγλικού ταχυδρομείου στην οθωμανική επικράτεια, αλλά και την παράδοση στις οθωμανικές αρχές όλων των διαθέσιμων αντιτύπων του. Το αίτημα της Πύλης προωθήθηκε με εντυπωσιακή ταχύτητα.
Η «νότα» διαβιβάστηκε την επόμενη μέρα με τηλεγράφημα του Βρετανού πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολή Sir Henry Bulwer προς το Foreign Office το οποίο έσπευσε στις 19 κιόλας Απριλίου 1862 να ζητήσει τη σχετική γνωμάτευση της  Διεύθυνσης Ταχυδρομείων. Απαντώντας δυο μέρες αργότερα (21 Απριλίου) ο Post Master General, παρ΄ όλο που θεώρησε το ζήτημα «peculiar and without precedent» εισηγήθηκε την απαγκίστρωση του ταχυδρομικού γραφείου της οθωμανικής πρωτεύουσας από υποχρέωση για διανομή της εφημερίδας, αλλά συνέστησε να μην παραδοθούν στις τουρκικές αρχές και τα εναπομένοντα εκεί φύλλα της. Με τη σειρά του το Foreign Office έσπευσε στις 30 Απριλίου να δώσει εντολή στη γενική διεύθυνση των Ταχυδρομείων να σταματήσει αμέσως τη μεταφορά της εφημερίδας αυτής στην Κωνσταντινούπολη, παραγγέλοντας στον προϊστάμενο της βρετανικής ταχυδρομικής υπηρεσίας στην που είχε ακόμα στη οθωμανική πρωτεύουσα να επιστρέψει πίσω στην Αγγλία όλα τα αντίτυπά της που είχε ακόμα στη διάθεσή του.
Ο Βόσπορος σε γκραβούρα του «Βρεττανικού Αστέρος»
Γνωρίζοντας ο Ξένος ότι η απαγόρευση της κυκλοφορίας της εφημερίδας του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (όπου διέθετε τους περισσότερους και πιο ενθουσιώδεις συνδρομητές) ισοδυναμούσε με το θάνατό της, αποδύθηκε σε έναν πεισματικό, απελπισμένο αγώνα να πείσει τη βρετανική κυβέρνηση να αλλάξει την απόφασή της, υπογραμμίζοντας ότι δεν είχε δημοσιεύσει ποτέ στον Βρεττανικό Αστέρα οποιοδήποτε κείμενο που να παρακινούσε σε εξέγερση τους χριστιανικούς λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εναντίον του σουλτάνου (πράγμα εξάλλου που ανταποκρινόταν και στην πραγματικότητα). Στην άρvηση του Foreign Office να ανταποκριθεί στο αίτημά του, αντιπρότεινε στο αίτημά του, -με αλλεπάλληλα έγγραφά του προς τον Russel– να επιτραπεί τουλάχιστον η κυκλοφορία του κυρίου σώματος της εφημερίδας του (που, όπως είπαμε, είχε φιλολογικό επιστημονικό περιεχόμενο), χωρίς τα επίμαχα Πολιτικά Παραρτήματά της. Παράλληλα, εξασφάλισε την υποστήριξη αρκετών βρετανικών εφημερίδων (της Morning Star, της Sun, και ως  ένα βαθμό και των Times του Λονδίνου, αλλά και μερικών επαρχιακών φύλλων), και, το σημαντικότερο, μερικών προσωπικοτήτων της βρετανικής πολιτικής ζωής, γεγονός που δείχνει ότι  στα 14 χρόνια που ο Ξένος βρισκόταν στην Αγγλία είχε καταφέρει να αποκτήσει αρκετά σημαντικές διασυνδέσεις στο χώρο του τύπου και της πολιτικής. Στις 20 Ιουνίου 1862 ο ΄Αγγλος βουλευτής I.F. McGuire έφερε το ζήτημα στη Βουλή των Κοινοτήτων. Στην εκτενή συζήτηση -που εξελίχθηκε τελικά σε αναμέτρηση ανάμεσα στον φιλέλληνα McGuire και τον αρμόδιο υφυπουργό Εξωτερικών  και δεδηλωμένο φίλο των Οθωμανών Sir Austin  Henry Layard (1817-1894)- συμμετείχαν και αρκετοί βουλευτές, ο Benjamin Disraeli και ο τότε πρωθυπουργός λόρδος Palmerstone. O McGuire, συνεπικουρούμενος και από τον βουλευτή Bright, αμφισβήτησε τα επιχειρήματα του Foreign Office, υποστηρίζοντας ότι την ευθύνη για απαγόρευση του Βρεττανικού Αστέρος δεν την είχε μόνο η Υψηλή Πύλη, αλλά κυρίως η βρετανική κυβέρνηση. Υπαινίχτηκε μάλιστα ότι αποφασιστικότερο ίσως ρόλο στην εξαρχής αρνητική στάση του υφυπουργού Εξωτερικών έπαιξε το γεγονός ότι ο Ξένος, σε αλλεπάλληλα άρθρα του στον Βρεττανικό Αστέρα, είχε δείξει, και μάλιστα με αρκετά σοβαρά επιχειρήματα, ότι το κυοφορούμενο τότε νέο αγγλικό δάνειο προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία δε θα εξυπηρετούσε τις χρόνιες αδυναμίες της τουρκικής οικονομίας, αλλά ουσιαστικά ορισμένους κύκλους του και της Κωνσταντινούπολης. Ανάμεσα στους πρώτους ανήκε, σύμφωνα με τους υπαινιγμούς McGuire (που τους είχε άλλωστε παρουσιάσει ήδη η Morning Star) και ο Layard, μέχρι πρόσφατα πρόεδρος της Οθωμανικής Τράπεζας και σταθερός μέτοχός της.
Οικογένεια μαύρων εν Βραζιλία: στην αρθρογραφία του, ο «Βρεττανικός Αστήρ» δεν κρύβει τη φρίκη της δουλείας
Παρά τη συνηγορία και την προβολή του ζητήματος η βρετανική κυβέρνηση δεν υποχώρησε, και ο Ξένος αναγκάστηκε, όπως είχε προβλέψει, να διακόψει την έκδοση του κανονικού φύλλου του Βρεττανικού Αστέρος εξαιτίας των ζημιών που υπέστη. Περιορίστηκε λοιπόν στην παρουσίαση των  σπουδαιότερων φάσεων της  περιπέτειάς του στις στήλες του τελευταίου πια Πολιτικού Παραρτήματος της εφημερίδας του, που κυκλοφόρησε τρεις μέρες μετά την αφιερωμένη σ΄αυτήν συνεδρίαση του βρετανικού Κοινοβουλίου και στο οποίο ανήγγειλε την «επί τινα καιρόν» διακοπή της. Η αναγγελία συνοδεύτηκε με ένα γεμάτο πάθος άρθρο του, με το οποίο υπογράμμιζε την ανάγκη να γίνουν γνωστά στην Αγγλία τα δεινά των χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε πείσμα μερικών Βρεττανών πολιτικών, που, όπως ο Layard, προσπαθούσαν να εμφανίσουν την Τουρκία κατάλληλη για μεταρρυθμίσεις και γενναιόδωρες οικονομικές ενισχύσεις: «Λοιπόν οφείλομεν και ημείς» γράφει, «άνευ παθών, άνευ κομματισμών να επασχολήθώμεν, ίνα αποδείξωμεν προς το αγγλικόν έθνος, λόγω τε και έργω και ουχί διά κενών φρασιολογιών [!], ότι όσα ο κ. Λάυαρδ αγορεύων υπέρ της Τουρκίας λέγει ουδέν έτερόν εισιν ή μύθοι της Χαλιμάς ότι εκμεταλλεύεται την άγνοιαν και την ευπιστίαν του έθνους του ότι η Τουρκία διατελεί εις κατάστασιν δεκάκις χείρονα και οικτροτέραν ή προ του Κριμαϊκού Πολέμου, ότι αι συνθήκαι των Παρισίων, αντί να βελτιώσωσιν, τουναντίον παρέλυσαν αυτήν μη εφαρμοσθείσαι, και παρέδωσαν δέκα εκατομμύρια χριστιανών εις την φανατικήν λύσσαν των πασσάδων, των αγάδων και τω βέηδων των  επαρχιών. Δεν ομιλούμεν περί Κωνσταντινουπόλεως, καθότι φαίνεται ότι ο Λάυαρδ εφένδης και οι λοιποί της Τουρκίας χριστιανομάχοι συνήγοροι περιορίζουσιν ολόκληρον το οθωμανικόν κράτος εις του Βοσπόρου μεγαλούπολιν, εις τας καλλονάς αυτού, εις τον Φουάτ πασσάν, τον Αχμέτ εφέντην και ολίγους Ευρωπαίους του Βουγιουκδερέ αλλ΄εννοούμεν τας επαρχίας […], εννοούμεν εκείνους οίτινες, ενόσω τα χρέη της Τουρκίας πολλαπλασιάζονται, τόσω βαθυτέραν ταλαιπωρίαν έχουσι να υπομείνωσιν». Ας σημειωθεί εδώ ότι όσα έγραφε ο Ξένος για τη μελλοντική τύχη των τουρκικών δανείων επαληθεύτηκαν κατά το μεγαλύτερο τους μέρος με τις αλλεπάλληλες πτωχεύσεις της Αυτοκρατορίας (από το 1875 κ.εξ.). Η φιλοτουρκική στάση εξάλλου του Layard έγινε σαφέστατη λίγα χρόνια αργότερα, όταν ανέλαβε (στο διάστημα μεταξύ του Απριλίου του 1878 και του 1880) τη βρετανική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, παίρνοντας ενεργό μέρος στη διαμόρφωση της πολιτικής της χώρας του κατά τη μεγάλη χρίση του Ανατολικού Ζητήματος του 1878: Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της κρίσης δημιουργούσε προβλήματα στις ελληνικές θέσεις, ευνοώντας, αντίθετα, τις τουρκικές.
Πάντως, η διακοπή της κυκλοφορίας του Βρεττανικού Αστέρος δεν έσβησε εντελώς τις δημοσιογραφικές φιλοδοξίες του Ξένου. Το καλοκαίρι  του 1862 άρχισε να ετοιμάζεται για την έκδοση ενός νέου φύλλου, με παρόμοιο τίτλο (Ο Βρετανικός Φωστήρ), την ίδια μορφή και το αντίστοιχο αναγνωστικό κοινό. Αλλά όταν προσπάθησε να αποσπάσει από το Foreign Office την υπόσχεση ότι η Βρετανική κυβέρνηση δε θα εναντιωνόταν στην αποστολή στην Τουρκία -μέσω του Βρετανικού πρακτορείου- της νέας εφημερίδας, ο Layard τον παρέπεμψε συνοπτικά στον Βρετανό πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, ακυρώνοντας ουσιαστικά εκ των προτέρων οποιαδήποτε προοπτική αλλαγής της ως τώρα τακτικής της κυβέρνησής του. Και μολονότι ο Ξένος άρχισε την προεγγραφή συνδρομητών για τον Βρεττανικόν Φωστήρα, δεν τόλμησε τελικά να προχωρήσει στην έκδοσή του. Έτσι, περιορίστηκε στην κυκλοφορία δύο «΄Εκτακτών Παραρτημάτων» του Βρεττανικού Αστέρος. Το πρώτο (της 18ης Οκτωβρίου 1862) αφιερώθηκε και πάλι στις αντιοθωνικές εκδηλώσεις στην Αθήνα το δεύτερο –και το τελευταίο (της 3ης Νοεμβρίου 1862) – αφιερώθηκε εξολοκλήρου στην παραίτηση του ΄Οθωνα και στη φυγή του από την Ελλάδα. Από πικρή λοιπόν ειρωνεία της τύχης, ο Βρεταννικός Αστήρ που είχε ανατείλει βάζοντας ως στόχο την πτώση του Βαυαρού μονάρχη και του «συστήματός» του, έδυσε αναγγέλλοντας πανηγυρικά στους αναγνώστες του και το οριστικό τέλος της Βασιλείας του Όθωνα.
Ο Βρεταννικός Αστήρ βέβαια θα εμφανιστεί και πάλι, είκοσι εννιά χρόνια αργότερα, με την επανέκδοσή του στην Αθήνα από το φθινόπωρο του 1891 ως την άνοιξη του 1892. Αλλά, με νέα μορφή, διαφορετικό περιεχόμενο και νέο χαρακτήρα. Η επανέκδοσή του όμως αυτή αποτελεί μιαν άλλη ιστορία.
Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο, προέρχονται από την εφημερίδα του Στεφάνου Ξένου «Βρεττανικός Αστήρ»

“Πάντες δε οι λοιποί Έλληνες να απομακρυνθούν της συναναστροφής του, και να τον στοχασθούν ως εχθρόν” (από τον πολιτικό αφορισμό του Καραϊσκάκη)

Γ. ΚαραϊσκάκηςΣε νοηματική συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης παραθέτουμε ορισμένα στοιχεία της “Δίκης του Καραϊσκάκη”, προκειμένου να δείξουμε τι σήμαινε το πολιτικό κράτος που επαγγελόταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, αυτό δηλαδή που βαφτίστηκε “νεωτερικό, προοδευτικό, σύγχρονο, μοντέρνο”, το “μη δεσποτικό”, το “κράτος δικαίου”, αυτό που ήθελε να ορίσει πλήρως το ήθος μέσα από την νομική οδό. Φυσικά, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια πρόχειρη και βιαστική εφαρμογή, αφού την “δίκη” καθόριζε η πρώτη δόση του δανείου, ενός δανείου που αναμενόταν από στιγμή σε στιγμή, ενός δανείου του οποίου η νόμιμη παραλαβή ήταν ρευστή και ασαφής. Η κυβέρνηση Πετρόμπεη αν και το είχε προσυπογράψει, στη συνέχεια το αποκήρυξε και προσπάθησε και να το σταματήσει. Η κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη είχε προκύψει προ τριμήνου μέσα από ανώμαλες συνθήκες και συνυπήρχε με την νόμιμη κυβέρνηση Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Προφανής στόχος της ανωμαλίας ήταν η νομιμοποίηση της παραλαβής του δανείου. Ένας τρίτος, ενωτικός πόλος που είχε εμφανιστεί προ διμήνου, απείλησε να ανατρέψει τα πάντα, αφού οι δυο κύριοι απεσταλμένοι της Επιτροπής του Λονδίνου, Byron και Stanhope, είχαν προσχωρήσει σ’ αυτόν, βλέποντας ότι το δάνειο ερχόταν να νομιμοποιήσει την εξουσία της πλευράς Μαυροκορδάτου-Κουντουριώτη και να δημιουργήσει εμφύλιο πόλεμο. Τι φόβισε ιδιαίτερα την παράταξη Μαυροκορδάτου; το όνομα “Οδυσσέας Ανδρούτσος” το οποίο αν ενωνόταν με τους δυο Άγγλους απεσταλμένους του δανείου και πλαισιωνόταν από άλλα πρόσωπα που βρίσκονταν τυπικά εκτός του κυβερνητικού διδύμου “Πετρόμπεης-Κολοκοτρώνης”, τότε η παραλαβή του δανείου προς επίτευξη του νεωτερικού έθνους-κράτους ήταν απολύτως καταδικασμένη.
Α. ΜαυροκορδάτοςΤην κρίσιμη στιγμή λοιπόν επινοήθηκε από τον Μαυροκορδάτο η “δίκη του Καραϊσκάκη”. Η αφορμή δόθηκε από ένα περιστατικό χειροδικίας στο Αιτωλικό μεταξύ ντόπιων και απεσταλμένων του Καραϊσκάκη, στο οποίο απάντησε ο Καραϊσκάκης με εισβολή στο Βασιλάδι και σύλληψη δυο προκρίτων του Μεσολογγίου. Όμως η δίωξη ήταν προσχεδιασμένη. Με ψευδή στοιχεία έπρεπε να φανεί ένοχος ο Καραϊσκάκης στα μάτια του Βύρωνα, προκειμένου να μην προσχωρήσει ο τελευταίος στο Συνέδριο που οργάνωνε ο Ανδρούτσος στα Σάλωνα. Έτσι, o λόρδος Byron θα παραλάβει γράμμα του Μαυροκορδάτου (το διασώζει ο φίλος του Βύρωνα, Pietro Gamba), για να “πληροφορηθεί” ότι ένας φουστανελάς που βρίσκεται δίπλα του, ο Κωνσταντίνος Βουλπιώτης, είναι ύποπτος εσχάτης προδοσίας. Ο Μαυροκορδάτος καλεί τον Byron να συμμετάσχει στην σύλληψη του Βουλπιώτη, που θα αποτελέσει τον βασικό μάρτυρα κατηγορίας, αφού πάνω του θα “βρεθούν” αποδείξεις της “προδοσίας” του Καραϊσκάκη. Με τον τρόπο αυτό, ο “ολίγον άτακτος” ποιητής αφ’ ενός θα θορυβηθεί και θα κατανοήσει ότι κινδυνεύει, αφ’ ετέρου θα καθυστερήσει την αναχώρησή του για τα Σάλωνα, από τρίτου θα εμπεδώσει ότι η Διοίκηση Κουντουριώτη και μόνον αυτή είναι άξια της παραλαβής του δανείου, ενώ οι πλέον άξιοι φουστανελάδες είναι πάντα ύποπτοι εθνικής προδοσίας.
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΝΙΚΑ 12-4-1824Δεν θα σταθούμε εδώ στο μεγάλο θέμα της δίωξης και καταδίκης του Καραϊσκάκη. Αφού υπογραμμίσουμε ότι χρειάστηκαν τρεις διαδοχικές καταθέσεις του -με το ζόρι- ψευδομάρτυρα Βουλπιώτη μέχρι να λάβει το δικαστήριο (τυπικώς στρατοδικείο) μια στοιχειώδη απόδειξη ενοχής του Καραϊσκάκη (κεντρικός ήταν ο ρόλος του μητροπολίτη Πορφύριου), θα παρακάμψουμε το πληθωρικό κατηγορητήριο, την νομική διαδικασία, το ζουμερό παρασκήνιο και τα πραγματικά αίτια της δίκης. Θα παρακάμψουμε την διαλυτική και αντεπαναστατική δράση του Μαυροκορδάτου, που συντελούσε τα μέγιστα και στην δημιουργία ενός κράτους διαφθοράς (εκτός των ευνοούμενων του Μαυροκορδάτου στρατιωτικών και ο Βουλπιώτης θα αμειφθεί με αξιώματα, τα οποία μάλιστα θα παρουσιαστούν από τον τύπο ως αυτοτιμωρία). Θα παραθέσουμε μόνον την εξαιρετικά αταίριαστη με το σκεπτικό απόφαση, η οποία μετά λίγες μέρες δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα που νωρίτερα είχε σχεδόν προαναγγείλει την ενοχή του Καραϊσκάκη, τα “Ελληνικά Χρονικά“. Την εφημερίδα που εξουσίαζε ο Μαυροκορδάτος, αν και την έστησε ο συνταγματάρχης Leicester Stanhope στην βάση της ελευθεροτυπίας και των αρχών της Ελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου, που, αφελώς, πίστευε ότι θα εφαρμόζονταν. Αρκεί και μόνον η ανάγνωση της απόφασης για να φανεί όχι μόνον ο τραγέλαφος του μαυροκορδάτειου νόμου (η αναφορά στον Βαρνακιώτη βγάζει μάτι), αλλά κυρίως, ο πολιτικός της χαρακτήρας, στην περίπτωση αυτή, η δυνατότητα που αναζητούσε το έξωθεν προωθούμενο κράτος να κάνει αυτό για το οποίο κατηγορούσε την άλλη πλευρά: να προβαίνει σε αφορισμούς, ορίζοντας μάλιστα έμμεσα και το χριστιανικό ήθος! Η αντιστροφή των πραγμάτων σε όλο της το μεγαλείο.
Όσοι λοιπόν επιμένουν ότι ο “αφορισμός” του Πατριάρχη Γρηγόριου ήταν τύποις και ουσία “αφορισμός”, όσοι επιμένουν να μην βλέπουν ότι η αποκήρυξη του Γρηγόριου Ε’ έσωσε την ζωή χιλιάδων Ελλήνων και ότι ο απαγχονισμός του οφειλόταν στην επαναστατική του δραστηριότητα, ας διαβάσουν και την “απόφαση της δίκης” -ουσιαστικά δίωξης εναντίον του Καραϊσκάκη- δημοσιευμένης στον τύπο. Όσοι πάλι επιμένουν να ζητούν άρση του θρησκευτικού αφορισμού, ας αναλογιστούν ότι ο πατριαρχικοσυνοδικός “αφορισμός” του 1821 δεν χρειάζεται να αρθεί, αφού ουδέποτε έγινε. Δεν υπάρχει αποκοπή από το σώμα της Εκκλησίας με απόφαση που παίρνεται δια της βίας και χωρίς κλήση σε απολογία. Ο μαυροκορδατικός αφορισμός όμως του 1824 για τον Καραϊσκάκη έγινε (έντεχνα στρεβλώνει ο Τρικούπης τα γενόμενα, αποκρύπτοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μαυροκορδάτου) και ουδέποτε έχει αρθεί (όπως ήρθη η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του Δ. Υψηλάντη το 1827 που είχε προκαλέσει ο Α. Μαυροκορδάτος το 1826).

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Προκήρυξις των εγκλημάτων του Καραϊσκάκη
Προς τους στρατιωτικούς και πολιτικούς αρχηγούς της Δυτικής Ελλάδος, και προς πάντας τους Έλληνας.
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, επειδή απαρχής ευρέθη σύντροφος των αρμάτων εις τον ιερόν υπέρ της ελευθερίας αγώνα, η Πατρίς τον ετίμησε με αξιώματα. Πώς εφέρθη έως εις την εκστρατείαν του Σκόνδρα, είναι γνωστόν εις όλους· μ’ όλον τούτο η Πατρίς παρέβλεψε τα σφάλματά του, δια να τον τραβίξη εις μεταμέλειαν· ήλθεν εις τας δύω χώρας επί προφάσει της ασθενείας του, και τον υπεδέχθησαν φιλοφρόνως· αλλ’ αυτός δεν εφέρθη ως Πατριώτης, και ως χριστιανός· αυθαδίασε να πιάση άρματα εναντίον της Πατρίδος· έκαμεν εκστρατείαν εναντίον του Μεσολογγίου· έπιασε το φρούριον του Βασιλαδίου, διώξας εκείθεν την φρουράν· οι στρατιώται του έλαβον δύω εκ των Προκρίτων της πόλεως ως αιχμαλώτους, από τους οφθαλμούς της Διοικήσεως, και έφεραν τούτους προς αυτόν την νύκτα, ευρισκόμενον εις το Ανατολικόν· εξηγήθη δε και εις πολλούς ότι θέλει εμβάσει Τούρκους εις την Πατρίδα.
Δια ταύτα
Υποπτευθείσα η Διοίκησις, έλαβε τα ανήκοντα μέτρα, και διώρισεν επιτροπήν τόπον επέχουσαν στρατιωτικού Δικαστηρίου, συνθεμένην από στρατηγούς και χιλιάρχους, οίτινες εξετάσαντες αυτόν τε, και όλα τα αίτια, τα οποία καθ’ ημέραν ηύξαναν τας υποψίας εναντίον του
Ευρήκαν
Ότι ο Καραϊσκάκης είχε κρυφήν ανταπόκρισιν με τους εχθρούς της πίστεως και της Πατρίδος·
Ότι από τον Ομέρ-πασάν εζήτησε μπουγιουρτί δια να γένη καπιτάνος των Αγράφων·
Ότι υπέσχετο εις τον εχθρόν να πιάση την Τατάραιναν με χιλίους στρατιώτας, και εσυμβούλευσε να εύγη ο αποστάτης Βαρνακιώτης με χιλίους εις το Ξηρόμερον·
Ότι υπέσχετο εις τον εχθρόν να τραβίξη προς εαυτόν στρατηγούς, και χιλιάρχους Έλληνας εναντίον της Πατρίδος·
Ότι εν ω εγίνοντο αυτά εις Μεσολόγγιον, συγχρόνως ευγήκεν ο εχθρικός στόλος από Π. Πάτρας, και άραξεν εις το Βασιλάδι, και έγινε μυστική εκστρατεία Τουρκών από Καστέλια, και Ναύπακτον εναντίον του Μεσολογγίου, η οποία δεν ευδοκίμησε, διότι ολίγοι σταθεροί Έλληνες τους εκτύπησαν εις την Κακήν σκάλαν, και τους εγύρισαν οπίσω·
Η επιτροπή έλαβε τέλος πάντων πολλά διδόμενα δια να γνωρίση αυτόν επίβουλον της Πατρίδος, και προδότην.
Επειδή όμως η Πατρίς αγαπά τα τέκνα της, και μακροθυμεί δια να τα ελευθερώση από την απάτην, και να τα φέρη εις μετάνοιαν, να γνωρίσουν τα χριστιανικά χρέη των, απεφασίσθη παρά της διορισθείσης επιτροπής, τη συναινέσει όλων των παρευθρεθέντων αρχηγών των αρμάτων, και των πολιτικών, και εδόθη προσταγή προς τον αυτόν Καραϊσκάκην να αναχωρήση αμέσως απ’ εδώ, μ’ όλον οπού είναι και ασθενής, όστις και ανεχώρησε σήμερον.
Αν μετανοήση αληθώς, και επιστρέψη εις τα χριστιανικά και Ελληνικά χρέη του, η Πατρίς θέλει λάβη την ευχαρίστησιν ότι τον εκέρδησεν, ει δ’ επιμείνη εις την κακίαν του, ας όψεται.
Σεις δε, αδελφοί, ειδοποιείσθε δια του παρόντος, ότι ο Καραϊσκάκης είναι διωγμένος από την Πατρίδα, και δεν έχει καμμίαν εξουσίαν παρά της Διοικήσεως· μάλιστα εστερήθη όλων των βαθμών, και αξιωμάτων ως αμαρτήσας. Όσοι δε απατηθέντες ηκολούθησαν αυτόν, προσκαλούνται να γυρίσουν εις τα οπίσω, και να ενωθούν με τους αρχηγούς, τους υπερασπιστάς της Πατρίδος· πάντες δε οι λοιποί Έλληνες να απομακρυνθούν της συναναστροφής του, και να τον στοχασθούν ως εχθρόν, εν όσω να μετανοήση και να προσπέση εις το έλεος του έθνους, και ζητήση συγχώρισιν.
Εν Ανατολικώ την 2 Απριλίου 1824
Α. Μαυροκορδάτος
Οι Στρατηγοί
Νότης Μπότσαρης, Νικόλαος Στορνάρης, Γεώργιος Τζιώγκας, Δήμος Σκαλτζάς, Αλέξιος Βλαχόπουλος, Δημήτριος Μακρής, Γιαννάκης Γιολντάσης.
Οι Χιλίαρχοι
Γρηγόριος Λιακατάς, Αναγνώστης Καραγιάννης, Στάθης Κατζαρός
Οι Καπιτάνοι
Κωνσταντίνος Βλαχόπουλος, Γιαννάκης Σουλτάνης
Πώς σχολίασε ο Ν. Κασομούλης (διόλου συμπαθής προς τον Καραϊσκάκη) ένα βασικό στοιχείο, την σχέση Βουλπιώτη-Μαυροκορδάτου: “Ηύρεν [ο Καραϊσκάκης] τον Βουλπιώτη εις το τραπέζι μετά των άλλων, και του είπεν: Φάγε, Βουλπιώτη, και συ, φάγε μαζί με τον Πρίντζιπα [Μαυροκορδάτο] και με τους Στρατηγούς, δια να θανατώσης τον Καραϊσκάκη. Αποτανθείς έπειτα εις τον Διευθυντήν [Μαυροκορδάτο], τον λέγει: Δεν εντρέπεσαι, εσύ καν να έχης εις το τραπέζι σου έναν ψεύστην και προδότην;
Το καραβάκι της Ιστορίας

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Το χωριό της Ισπανίας που οι κάτοικοι έκαναν τις σπηλιές… σπίτια

Θα μπορούσατε να ζήσετε σε μια πόλη μέσα στα βράχια; Να περπατάτε σε στενά δρομάκια σκαλισμένα σε ένα φαράγγι; Να κατοικείτε σε σπίτια που έχουν σχηματιστεί από σπηλιές;
Οι κάτοικοι αυτής της πόλης μπορούν! Η ισπανική πόλη Σετενίλ ντε λας Μποτέγκας στην Ανδαλουσία, στην οποία κατοικούν 3000 άνθρωποι είναι ένα πολύ ιδιαίτερο μέρος. Είναι εξ ολοκλήρου χτισμένη μέσα στο φαράγγι που έχει σχηματίσει ο ποταμός Ρίο Τρέχο, βορειοανατολικά του Κάδιξ.
Μπορεί σε εμάς να φαίνεται περίεργο και παράξενο το όλο θέαμα, αλλά η περιοχή κατοικείται από τα προϊστορικά χρόνια, σχεδόν αδιάλειπτα. Το φυσικό της πλεονέκτημα είναι ότι οι σπηλιές που σχηματίζονται στο φαράγγι έχουν πολύ πιο σταθερή θερμοκρασία από τη γύρω περιοχή, που κυριαρχείται από πολύ υψηλές ή πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Ναι, καλά καταλάβατε! Οι κάτοικοι της πόλης ζουν ουσιαστικά μέσα στις φυσικές σπηλιές του βράχου, έχοντας χτίσει προσόψεις σπιτιών και έχοντας διαμορφώσει τους εσωτερικούς χώρους! Έτσι απολαμβάνουν τον άπλετο χώρο που οι σπηλιές προσφέρουν αλλά και τη σταθερή θερμοκρασία.
Και αν νομίζετε ότι μιλάμε για ανθρώπους των σπηλαίων, ξανασκεφτείτε το. Η πόλη αυτή έχει τα πιο φημισμένα μπαρ και εστιατόρια της περιοχής και είναι γνωστή για τα παραδοσιακά της προϊόντα, το ελαιόλαδο, το μέλι , τα λουκάνικά της αλλά και το εξαιρετικό Ανδαλουσιανό της κρασί.




Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Μάι 132013
 
r-PAUL-MILLER-THE-VERGE-large570
O Paul Miller διάσημος συντάκτης του δικτύου ‘The Verge’  αποφάσισε στις 30 Απριλίου 2012 να αποκοπεί τελείως από το ίντερνετ. Αντικατέστησε το smartphone του με ένα απλό κινητό μόνο για sms και κλήσεις, έκλεισε το wi-fi, έβγαλε το καλώδιο Ethernet από τον υπολογιστή του, και η ζωή του άλλαξε αμέσως.
Γιατί το έκανε αυτό;
Δεν έβρισκε πια νόημα στο internet, τον είχαν κουράσει τα εταιρικά emails που δεν σταματούσαν ποτέ, και γενικότερα πίστευε πως είχε αλλάξει σαν άνθρωπος. Είχε απομακρυνθεί από τους φίλους του, έχανε το νόημα της πραγματικής ζωής και είχε αποξενωθεί. Τον είχε κουράσει ο καθημερινός βομβαρδισμός πληροφοριών και ήθελε όλο αυτό να σταματήσει.
paul_1020_2
Άρχισε να αγοράζει εφημερίδες και περιοδικά για την ενημέρωση του, έβλεπε περισσότερη τηλεόραση, χρησιμοποιούσε τον τηλεφωνητή του για να του αφήνουν μηνύματα συνάδελφοι και φίλοι όταν δεν μπορούσαν να τον βρουν και άρχισε να καταγράφει την ζωή χωρίς ίντερνετ.
Το αρχικό πλάνο ήταν να παραιτηθεί για να βρει τον εαυτό του. Να γυρίσει στο σπίτι των γονιών του να διαβάσει βιβλία και να παρατήσει την καθημερινότητα που είχε στην Νέα Υόρκη. Όμως οι υπεύθυνοι του καναλιού ‘The Verge’ ήθελαν να τον πληρώσουν για αυτό τον ένα χρόνο αποχής. Του πρότειναν να καταγράφει της εμπειρίες του σε κείμενα και video και δημιούργησαν ένα ντοκιμαντέρ. Τα video τα τραβούσε ειδικό συνεργείο της ‘Τhe Verge’ και τα κείμενα του δεν τα έστελνε με email αλλά μέ ενα usb stick.
Αρχικά επισκέφτηκε ένα συνέδριο «κατά του ίντερνετ» όπου σε διάφορες ομιλίες έλεγαν στον κόσμο πως το ίντερνετ έχει αλλάξει τις διαπροσωπικές μας σχέσεις, τα συναισθήματα μας και την ευαισθησία μας. Ο Paul Miller είχε ενθουσιαστεί!
Άρχισε να κάνει ποδήλατο, να διαβάζει ελληνική λογοτεχνία και άλλα δεκάδες πράγματα που δεν είχε ποτέ τον χρόνο και την όρεξη, έδωσε σημασία στα μικρά πράγματα της ζωής όπως το να σταματάς τον περίπατο σου απλά για να μυρίσεις ένα λουλούδι. Η ζωή του είχε αλλάξει ολοκληρωτικά, για λίγο όμως..
Τα mail των αναγνωστών έγιναν κανονική αλληλογραφία, με φάκελο και γραμματόσημο. Αρχικά ενθουσιάστηκε με αυτό αλλά στην πορεία τον κούρασε η διαδρομή προς το ταχυδρομείο και γενικά αυτή η διαδικασία. Ο καιρός περνούσε και η εξωτερική του εμφάνιση είχε αλλάξει προς το καλύτερο, έχασε κάποια κιλά και σε συνδυασμό με τις βόλτες που έκανε με το ποδήλατο ένιωθε καλύτερα.
Ο ενθουσιασμός όμως δεν κράτησε πολύ. Άρχισε να χάνει επαφή με τους φίλους του, έμενε περισσότερο στο σπίτι και όταν το κινητό του έκλεινε από μπαταρία έπρεπε να πάει κάποιος από το σπίτι του για να δει αν είναι καλά!
Έκανε ταξίδια χωρίς την βοήθεια gps και αγόρασε κανονικούς χάρτες, έκλεινε αεροπορικά εισιτήρια από το τηλέφωνο χωρίς να ψάχνει την καλύτερη προσφορά.
Μέχρι που άρχισε να καταλαβαίνει πως η αποχή δεν του έκανε καλό..
Η ανιψιά του σε μια κουβέντα για το Skype του είπε ‘νόμιζα πως απλά δεν ήθελες να μου μιλάς’ όταν της εξήγησε ότι απείχε από το ιντερνετ, έχανε επαφή με φίλους που μένουν στο εξωτερικό ή απλά σε άλλη πόλη. Έβαλε τα κλάματα και μπήκε σε σκέψεις.
paul_1020_1
Όταν επέστρεψε στο ίντερνετ μετά από ένα χρόνο,  οι πρώτες του λέξεις ήταν «Έκανα λάθος!»
«Το ίντερνετ δεν είναι κάτι που κάνει ο καθένας μόνος, είναι κάτι που κάνουμε όλοι μαζί. Μπορεί να χάνω χρόνο με λάθος και χαζά links αλλά τουλάχιστον θα είμαι σε επαφή με τον κόσμο»
Τα πέντε μαθήματα που πήρε από την αποχή του, είναι τα εξής:
  • Το Διαδίκτυο δεν τον εμπόδιζε να είναι δημιουργικός και παραγωγικός. Ο ίδιος ήταν ο μόνος υπεύθυνος.
  • Τα βιβλία είναι σπουδαία και δεν χρειάζεται το διαδίκτυο για να μάθει νέα πράγματα. Θα πρέπει να σου αρέσει για  να διαβάσεις ένα βιβλίο, είτε υπάρχει το διαδίκτυο είτε όχι.
  • Το να λαμβάνεις δεκάδες επιστολές κάθε εβδομάδα είναι εξίσου κουραστικό, όπως να λαμβάνεις εκατοντάδες μηνύματα την ημέρα.
  • Είναι πιο δύσκολο να βρεθείς και να συνδεθείς με άλλους ανθρώπους χωρίς την ύπαρξη του διαδικτύου.
  • Ένας φίλος Facebook είναι καλύτερο από το τίποτα.
- - -
  theverge.com
 hellas-now.com
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com